Monday, March 13, 2017

(-) ανάδραση

Μεγγένη που στρίβεις κορμιά, αδειάζεις τον ήχο του κόσμου
μέσα σε μια τόση δα επιφάνεια καρφίτσας που διαπερνάει
μεμβράνες και ιστούς και σχισμές γκρίζες

με λεπιδόπτερα που πλέουν σε συνθήκες κενού αέρος
και δίνες που ήρεμα και ανοδικά αγκαλιάζουν λαιμούς
σε μάζες ατελέσφορων προσπαθειών για αρχή

ή για τέλος και ηρεμία με προτροπές για αυστηρότερη κρίση
στη θέση κάθε νέας κυκλικής διαδρομής, πεδίου, αντιρροπής·
ομιλίας, υποχρέωσης, αντιανάσας, επιτέλεσης φύλου, αγωγής

σαν κύματα αρνείσαι να υποχωρήσεις από τις πιο άδειες των θέσεων
μένεις, σε βηματισμούς από κέντρα αλλαγής συνειδήσεων
και στα κελιά με τις πιο μικρές διαστάσεις:

ελευθέρωσέ με από την έκταση των άσαρκων μυών σου.

Monday, May 25, 2015

Θερινό ______

Ήταν Μάϊος και η ύπαρξη ενέδιδε σε κόκκινες αρρυθμίες και ενοχικά διαλείμματα. Με ξημερώματα ζεστά και άηχα και ξεχασμένα. Με φορέματα και χέρια που αγγίζουν με καύλα και βρεγμένα και με χαζές γκρίνιες. Μου λείπεις όπως μου λείπουν σκιές, ολογράμματα από το παρελθόν, θαμμένα φιλιά σε άμμο και ήμεροι ύπνοι δέρματος και καλοκαιριού. Όπως μου λείπει η λέξη "αυτή". Με ένα κενό στο στέρνο και ένα χαμόγελο κουρασμένο και μεταλλική ζεστή γεύση στο στόμα.

Και σε ορίζοντες μακρινούς κάπου χάνω και κάπου ξαναβρίσκω το αρχέτυπο του Εσύ. Με κεφάλι γεμάτο μελαγχολία και απουσία και χρόνια με ανάγκη για ζεστό ρέμβασμα σε ξύλινα σπίτια και ξεχασμένες υποχρεώσεις μιας άλλης μέρας και μυρωδιά πεύκου. Είναι όπως το να κρατάς ένα απόκομμα μιας φωτογραφίας που κοιμάσαι σε ένα κρεβάτι που κάποτε σε χώραγε ολόκληρο και τώρα σε σφίγγει στην καρδιά και στο στομάχι το οτι δεν σε χωράει - και ας ξέρεις οτι είναι επειδή μεγαλώνεις. Και ας ξέρεις οτι είναι επειδή το κρεβάτι σου σε φέρνει σε καινούρια ξυπνήματα και σε μέρη που δεν ήξερες ποτέ οτι θα πας.
Και σε ορίζοντες μακρινούς είναι που κάπου χάνω και κάπου ξαναβρίσκω το αρχέτυπο του Εγώ.


Monday, March 9, 2015

Λωτ

Β'

Σεληνιάζομαι/η απόρρητη θλίψη με φέρνει στον τοίχο/με κολλάει σαν εύπλαστος σπάγγος/με λυγίζει σαν αέναος ίσκιος/δεν με θες και δεν θέλω και δεν θα το βρεις, κόψε τώρα τις μαλακίες, ορθά σκεπτόμενος σκέφτηκες ποτέ τίποτα καλό? Αχόρταγες είναι οι τύψεις, άπειρη και η ψυχή μου για να φάνε, είναι διάφανες οι λέξεις αυτή τη φορά, έτσι δεν είναι?

Δεν είναι παρομοίωση, δεν είναι παραβολή. Κάτι με τρώει με ρυθμούς φθαρμένου σάπιου ήχου - σαν ήχος σφαίρας ή αναλγητικού που βυθίζεται σε νερό. Πρεσβευτές μιας νέας ημέρας, αρνητές του μεταιχμίου μεταξύ δύο σπασμένων σειρών. Στον βωμό τεσσάρων αρουραίων καταπίνω βρώμικο νερό και αδειάζω με τη μία από πόνους.

Σπάραζα σε ρυθμούς προκατειλημμένου ζ , θελήματα πολλαπλά και εσκεμμένα σε έναν τοίχο. Πλάθω χάντρες με μακιγιάζ από χαλύβδυνες σφαιρικές κατασκευές, απορροφώ μόνο ένα μήκος οχυρού σε ευθεία φόρτιση βλέμματος μαύρου. Και σε γράμματα μου απαντάς με κατάρες χωρίς να τις προφέρεις ή λες, απλά από τα άρθρα σου καταλαβαίνω οτι με πνίγεις υποσυνείδητα. Και εγώ αφήνομαι και φαντασιώνομαι τα σημάδια σε λαιμούς πνιγμένους, σώματα να κολυμπάνε άψυχα σε νερά αλλοιωμένα από φόβο και περάσματα θηλέων. Οι φίλοι σου σε έριξαν μέσα σε γλώσσες ημίρυθμες. Αφήνομαι σε αστρικό τοπίο με γνώσεις που δεν θέλω από εγωισμό και αφοσίωση.

Ρεξ στο στόμα του ηλίου. Ρεξ - το στόμα του ήλιου. Έθεσες μια γραμμή την οποία δεν μπορώ να ακολουθήσω παρά μόνο πάνω σε φωνητικές χορδές που φτάνουν σε ένα φωτεινό απειρικό σημείο, θανάτου. Δεν ξέρω για σημάδι τίποτα παρά τρίξιμο και σιωπή - η τύφλωση προς αυτό που έρχεται. Δεν βλέπω καλά την αντανάκλαση από το αισθητήριο της αφής, καταβρόχθισα μόνο ανάσες σε ερμητικά πλαίσια αμνού και σε ανοιχτές παλάμες με εξέχουσα ντροπή. Τις κλείνω και μετράω σκυμμένος και μικρός.

Αναπυρήνωση, αναδιόρθωση, αναζήτηση. Αναδόμηση και ευκολία, αναζήτηση και πυρπολία, αμφιβολία τηρείται παρά μόνο για αμφήβεια με μικρές διαδρομές σύγχυσης.

Μ'

1 + 2 τρία και 1 + 3 έψιλον, τα αιματώματα δεν είναι λύση ούτε δικαιολογία σε παραμύθια. Να πας να γαμηθείς που θα μου πεις για τη σβέση, η θέση των αστεριών στον ορίζοντα δεν σχετίζεται με περγαμηνές ηλίου και σελήνης και ανεκδότων λειτουργικών συστημάτων φακέλου. Εξέχοντα αραμαϊκά θέματα ξετυλίγονται σαν apartheid σε θέματα πολιτισμού και πάθους, εκλογίκευσης και αρχής. Σήματα συνόλων, συνταιριαζόμενοι καθρέφτες σε μαθήματα αϋπνίας παίζουν πολλά παιχνίδια. Η λαγνεία δεν κρύβεται πουθενά αλλού παρά στο στήθος σου και στα πόδια, πιάνω κάτω από φούστα και κρύβεται μονάχα το σύμπαν.
 Έχιδνα.
 Και έπειτα γλύφω και γλείφω.

Β', Τ', Θ'

Αμφιβάλλω και οριοθετώ, δεν θες να οριοθετήσεις, αυτό θα σήμαινε τον θάνατό σου σε αυτή τη Γη. Δίνεις καλημέρα σε αγίους και ύστερα πηδιέσαι με την ερωμένη σου. Τι δεν κατάλαβες - δεν θέλω να καταλάβεις, δεν θες να οριοποιήσεις. Και καλά κάνεις. Θα το καταλάβεις μόνο στο τέλος τι εννοώ και τι πετυχαίνω, είμαι ένας μπάσταρδος θρήνος από την κοιλιά μιας μάνας χωρίς πρόσωπο και βροχές. Υγρές στέκουν στα πετράδια σου, υγρές και στη λογική και στη θύμισή σου. Αέναες, φωτεινές αλλά άρρωστα και άμετρα, και απαίσια και παντοδύναμα. Κουκουλώνομαι από τον φόβο.

ΕΠΙΛΟΓΟΣ

Σε αέναες πληγές φέρνεις αέναη ευτυχία. Θάψε σε παραλία που κοχλάζει ερωτευμένους δύο ορυκτά σπάνια. Και με το χέρι ψελλίζοντας σφραγίδες και ατροπούς, σχεδιάζεις μνήματα σε συστήματα άθικτα.
Βρέθηκα στο τελευταίο μονοπάτι μου:
Συμπληγάδες που φέρνουν χαραγμένο το όνομά σου, Λωτ το κλειδί για τη μνήμη των καταραμένων.




































Sunday, June 22, 2014

άτιτλο
























 

Σε πόσες θλίψεις και σε πόσες εορτές 
Δύο καλοκαίρια -
αλλά είναι τόσα καλοκαίρια μετά. 

Κατόπιν εορτής· κατόπιν λήθης
εισχωρείς
κι έρχεσαι - δύο καλοκαίρια μετά

Και οι διαταγές είναι διαταγές,
ποτέ δεν μπόρεσα να σου πω όχι
Ποτέ δεν με διέταξες
αλλά εγώ διαταγές περιμένω ξανά

~

Είμαι σάπιος, είμαι πανέμορφος
και λάμπω
είμαι ό,τι ./ έχω υπάρξει μαζί                                              σου

ή μόνος μου, παραπατάω και 
τρέχω
σε μια ολόισια γραμμή

Κάπου στο δρόμο γονάτισα
και προσκύνησα
έρραψα τη διαίσθησή μου 

για μια άλλη διαδρομή
τυφλή
για εμπιστοσύνη ανίκανη 

αλλά εγώ έγλυφα το πάτωμα
με χαρά
και έπειτα πάλι χαμογελούσα 

ξέρεις με ποιό χαμόγελο,
το τεράστιο
αυτό που καταπίνω φως



Δεν το έδιωξες - το συμπαθούσες,
βέβαια,
σε μια απόσταση προσεκτική

Αυτή που δεν μπήκε ποτέ
στο δικό μου καλούπι
Που δεν άγγιξε ποτέ τη δικιά μου τη γη
Που καταβρόχθισε χρόνο για να
δέσεις εσύ περιλαίμιο

σε ένα τέρμα
σε ένα σφυρί
σε ένα κακοσμιλεμένο "εκεί"
και ξεκίνημα

Σε λάθος μέρη
σε λάθος χρόνο
σε λάθος εποχή



Αδικώ, βέβαια, εσένα
και εμένα
περιγράφοντας τα έτσι

Τίποτα δεν ήταν έτσι ακριβώς
ούτε είναι
αλλά δεν αλλάζει την υπόθεση

την ένταση την απόσταση την αφωνία
εγωιστική και γεμάτη
αμφιβολία και ψυχοφθόρα σκυψίματα

μικρές ήττες σε ένα τεράστιο πεδίο, πεδιάδα
που πέθαναν όλες 
οι μικρές προσδοκίες σαν σε μεγάλη ξεχασμένη μάχη:

ό,τι θα έλεγα, ό,τι θα λάμβανα
ό,τι θα φίλαγα και θα αγκάλιαζα
οτι θα ευχόμουν και θα έκλεινα μάτια
για πάντα για όσο θα άξιζε και θα ήμουν
η ευτυχία μέσα σε αυτό όλο χωρίς κανένα υπαρκτό όριο
σαν να μην υπάρχει μέρα και νύχτα και να μη χρειάζεται να τις διαχωρίσει κανείς, 
ποτέ

Τι δεν καταλαβαίνεις και τι δεν κατάλαβες?

~

Αδειάζω σε τρεις ευτυχίες μνήμες και αδικώ
με αγάπη
και μιλάω με σπασμένα γδαρμένα βιτρό

και δώδεκα χαμένα φωτοστέφανα σε καιρό
διάφανο και μικρό
και δεν ξέρω τι να σκεφτώ ή τι να νιώσω μερικές φορές

Γιατί είσαι ακόμα εκεί σε τριάντα δάχτυλα
και ίσα με πενήντα ήχους
και τραγουδάς χωρίς ποτέ να σε άκουσα

Σε πόσα βράδια και σε πόσες φορές
Δύο καλοκαίρια -
αλλά είναι τόσα καλοκαίρια μετά.







picture credit: http://stmarysartcenter.org/event/abstract-painting-workshop-with-francheskaa/


Monday, December 23, 2013

Μικρή οριακή απώλεια ταυτότητας

Και έτσι ξεκινάει. Ή έτσι νόμιζα.

Το ανυψωμένο από εμένα Αρχέτυπο στέκει, ερημωμένο και αποκαλυπτικό σε ένα κυκλικό δάπεδο. Ορθώνεται μπροστά μου, μονολιθικό, τεράστιο, αναγκαστικό, από όποια γωνία και αν σταθώ, όπου και αν κρυφτώ ή χαθώ. Σέρνοντάς με σε άχρονα περάσματα εμμονής. [Θορύβου στην καρδιά και τεμαχισμένων υλικών αρχής.] Σε θυσίες τόσων μικρών θεών. Σε σκυμμένα στόματα άηχων τοπίων. Με ζήλεια και ταπεινωμένη παραίτηση, μετράω με γενέθλια όχι δικά μου την κάθε εβδομάδα και την κάθε πορεία που δεν επιστρέφεται. Και κοιτάζω σαν παιδί στο πίσω τζάμι τον δρόμο που φεύγει πίσω μου, και όλα όσα με παρατάνε από αυτόν. Και με οδηγό ένα κενό, συνεχίζω με ταχύτητα σε μια αμείλικτη ευθεία, σε μια ρηχή έρημο. Και σιγά σιγά, άηχα και υπόγεια, όλα γίνονται διάφανα, άδεια από περιεχόμενο.

Τότε κοιτάω μέσα από οπτικό πεδίο σώματος που κινείται μόνο του. Και για λίγο νοιώθω ή θέλω να μην υπάρχω, παρά μόνο μέσα από τις κινήσεις μου. Οι κινήσεις μου είναι εγώ. Τα αντικείμενα που κρατώ είμαι εγώ. Η νότα που παίζω λυγισμένος είμαι εγώ. Οι ήχοι που μεταφέρονται από τα βήματά μου είμαι εγώ. Η διαδρομή που εκτέλεσα χωρίς λόγο για ν-οστή φορά είμαι εγώ. Η φωνή και τα λόγια που σε θυμούνται είμαι εγώ. Και από πίσω τους τίποτα. Σαν να άφησα ένα σώμα πίσω μόνο του. Σαν να μπήκα σε μια κρυφή καταπακτή του κόσμου, να κρύφτηκα εκεί από τα κακά όνειρα και τη φθορά του παγωμένου πρωινού σηκώματος.























Και αυτή τη στιγμή υπάρχω μόνο ως δύο ασώματα μάτια στο δωμάτιο που κοιμάσαι, κοιτάζοντας με ζήλεια.

Sunday, September 22, 2013

φορές

Υπάρχω πάνω σε έναν ωκεανό πλατύ όσο το φως. Αμίλητο όσο τα ξημερώματα. Αρχαίο όσο τα χρόνια πολλών ζωών. Και βαθειά, κάτω από τόνους υγρής σιγής κοιμούνται νωχελικά οι αναμνήσεις από καλοκαίρια ανακατωμένα με καλοκαίρια. Και πεισματικά αλλάζουνε πλευρό, αναδύοντας ξεχασμένη σκόνη από τον πυθμένα, αναδεύοντας λάσπη με ακτίνες φωτός και χρώματα αλμυρών ημερών, γλυκών οσμών, λυγισμένων σωμάτων.

Οι ίδιες εμμονικές μελωδίες θα τρέξουν να αναδιπλωθούν σε πυκνότητες άυλες και με μάζα πολλαπλάσια του βάρους τους. Θα καλύψουν τις σκιές που σήκωσε ο ανήσυχος ύπνος, θα μείνουν εκεί μέχρι να τα διώξει ο ίδιος ο κορεσμός τους. Και με ξύπνημα χειμώνα θα μου θυμίσουν αυτά που χάνω και που με κάνουν να σφίξω τα νύχια μου στο δέρμα, τα δόντια στη γνάθο, το κεφάλι στο αιωρούμενο τίποτα από πάνω μου.

Και απλώνοντας το χέρι να αγγίξω το κενό θα λάβω την ίδια απάντηση που έλαβα και κάθε φορά που προσευχήθηκα με άδεια χέρια και κενό στην καρδιά.



Δεν έχει αρχή. Δεν έχει τέλος. Δεν έχει ευτελή όραση ή κάποιο γλυκό ανάθεμα για χαμένους στην ομίχλη. Δεν έχει λύση για κλειστή όραση και για στέμματα χωρίς αλήθεια και αποδοχή. Δεν υπάρχει κάθαρση για όσους την ψάχνουν ως αναλγητικό.

Απλά. Είναι.


Και βαθειά, κάτω από τόνους υγρής σιγής οι αναμνήσεις συνεχίζουν να αλλάζουν πλευρό όσο δεν κοιτάω.




























Photo by: www.eugenijusb.com

Friday, June 28, 2013

έξοδος

Καμία έξοδος. Κανένας ρυθμός. Κανένα ξεραμένο φύλλο για ενθύμιο. Καμία ένδοξη αγκαλιά ή αιωρούμενη στον ήλιο μάζα.

Διώχνω μια επιφάνεια που κάποτε μου έκοβε τα πόδια από τον φόβο και αρθρώνω μικρές συλλαβές με νερωμένο στόμα και τα χέρια πια ελεύθερα, πιο εύκαμπτα, σε τσέπες ραμμένες καιρό πριν - που αντέχουν.

Και με ανακλάσεις ηλίου στο κεφάλι και μια προσευχή μόνο για μένα ξεκινώ να αποχαιρετώ. Δεν έχω βάρος, ούτε λυγισμένα γόνατα σε τόπους που δεν με περίμεναν. Αλληλέγγυος ενός μεγάλου χαμένου μίσους, αρπάζω μια κλίμακα που περιγράφει πτώσεις. Τη μοιράζομαι προσεκτικά.

Ένα δάσος σε ζωντανά ποτάμια, μια ευγενής ατέλεια - προσθήκη σε έναν ατελείωτο πίνακα, η παρατήρηση του φεγγαριού και κεχριμπαρένιοι κύκλοι σε χρώματα αέρα και χλωρίδας. Ανακαλλώ ουκ ολίγους ταξιδιώτες που χάθηκαν στην πυρά και αντικρύζω πόσιμες πηγές από βλέμματα. Βλέμματα αγάπης και βλέμματα βίας, βλέμματα χωρίς όνομα και βλέμματα λατρείας, καθαρτήρια στην ένταση, ευγενικά σε ποιότητα, άπειρης συγκέντρωσης σε πυκνότητα.

Και πάντα στο σωστό μέρος, στη σωστή ώρα και εποχή με περιμένει. Rendezvous με κάτι που με παίρνει μακριά - μόνο που αυτή τη φορά κοιτάω πίσω. Και τολμώ να ανακαλέσω. Να χωρέσω σε σώμα. Ή να θυμώσω και να εξορίσω.

Αφήνω τον ουρανό να κατέβει. Λύνομαι και ανεβαίνω. Θα μου λείψεις.






Sunday, May 12, 2013

σιγή

Μαγικές φράσεις που σε κινούν στα κρυμμένα σου νήματα. Που σε φέρνουν από εδώ μέχρι το τελευταίο σου Άβατον. Από τη Γρενάδα μέχρι την Πάρο. Από τη γραμμή του ορίζοντα στον μόλο μέχρι τις πιο μακρινές ακτές της Δανίας. Από τις πιο παλιές γραμμές της ασφάλτου μέχρι την ασυλία του Ερμιτάζ. Από την προσευχή μέχρι τη συγχώρεση μιας αλήθειας.

Σκύβω Μνήμες που καταστρώνουν σχέδια καθε πρωί σε δικά σου ξυπνήματα. Και ανακατεύονται με τις πιθανές εκβάσεις μιας μακρινής εκστρατείας απ' την οποία οι λεγεωνάριοι δεν επέστρεψαν ποτέ. Ο Σεπτέμβρης που δεν ήρθε σε μια ολόκληρη ζωή και το μίσος του Φεβρουαρίου που σκέπασε τους δρόμους σου σαν χιόνι. Βλέπεις, αναπνέω ακόμα τα θραύσματα από τον ερχομό της άνοιξης. Σαν αέρας που δεν εισχώρησε θέλω να λυγίσω την ψυχή μου μαζί με την καμπή του σώματος και να μετανιώσω τα εκατό μου γιατί.
Παραμένω ανάμεσα σε νίκες άψυχες και εκπνέω από υποχρέωση όσους υδρατμούς φέρνουν.

Δεν σκοπεύω να επαναλάβω τα ίδια. Υποφέρω από νωχελικά ξημερώματα με τίποτα μέσα. Και από επιστροφές χωρίς προσμονή. Δεν υπάρχει αποχώρηση χωρίς μεταλλική γεύση στο στόμα εδώ και τριετίες μεγάλες και νωθρές. Γεννηθήκαμε με ασθματικά, τρεμάμενα φώτα από έρωτα στην υπόφυσή μας - εγώ όμως ακόμα παρακαλάω για ένα κομμάτι καθαρότητας. Για την αφαίρεση μιας απουσίας μεγαλύτερης από μας. Για την έκτη αίσθηση σε κλειστά μάτια και κλειστές καρδιές. Για την άφεση από τα θαμμένα από μας πτώματα που προσεκτικά είχαμε αφήσει στη λήθη. Για τρεις προθανάτιες ευχές μακριά από θέατρα νεκροποιών τελετών.


Θέλω να νιώθω μερικές φορές την ψυχή μου ανίατη. Και να την αφήσω να κατασπαραχτεί από την αδράνειά μου ενώ την κοιτάω να φλέγεται.



Και όλα αυτά μου αφήνουν ένα τέτοιο κενό από νεκρές εποχές και σκάφανδρα από τόσους ανήσυχους ύπνους που θέλω μόνο να βρω μια γωνία που να με χωράει με τα γόνατα λυγισμένα και να κοιμηθώ χωρίς όνειρα.


Friday, November 16, 2012

δυοεντεκα

Μέσα στο σώμα μου έχω κεραυνούς και μέσα στο μυαλό μου έχει στεγνώσει μια ημέρα. Στα χέρια μου μετράω τις άκρες των δαχτύλων μου. Ποιές είναι πιο σκληρές, ποιές είναι πιο εύκαμπτες και πιο εύθραυστες. Ύστερα αποξηραίνω την αίσθηση για να το θυμάμαι σαν φως. Και μαζί ξεβράζω εικόνες από ένα υπέροχο πάρκο μια τέλεια μέρα του Μαΐου, μια φορά που δεν ήθελα να σηκωθώ από το κρεβάτι γιατί μύριζα δέρμα, μια μέρα που ξεροκατάπια λόγια, θυμάμαι και απογυμνώνω εκείνες τις λεπτές κινήσεις για το ξύπνημα, με τη σπονδυλική στήλη να πετάγεται σαν ένα υπέροχα άσχημο εξόγκωμα.

----------------
Η νύχτα δεν αφήνει επιζώντες. Είναι ο δεύτερος γύρος των πεσόντων στα πόδια της - και αδυσώπυτα ενδέχεται να σβήσουν όλοι σαν φωτιά. Σαν ύπνος στον πάτο της θάλασσας - παρέα με την τύχη των πολλαπλών. Σαν να σιώπησαν ταυτόχρονα όλες οι υπόγειες στοές και να έμεινε χωρίς αλογόνο η μάσκα μου. Σαν εκπνοή χιλίων κυμάτων από τις θέσεις ηρεμίας τους. Ο υποφωτισμός του ύπνου. Ο εκφυλισμός των αναζητήσεων δεν προλαβαίνει να διασωθεί όταν οι άνθρωποι γύρω κρατάνε υψίσυχνα μεταλλικά γρατζουνίσματα. Μονά, ζυγά, αυτό που έχει σημασία είναι η δήλωση πως δεν θα καταφέρεις και η αλήθεια πως δεν διέσχισες κενά. Ρίχνεις ζάρι και η αναδήλωση ενός όντος μετατοπίζεται λίγο δεξιά από το σημείο συναρμολόγησης. Ο ήχος ανακλά σε επιφάνειες κυλινδρικές, και αφού ανασάνει ξαναβυθίζεται σε τεράστια κρύα δωμάτια. Κατεβαίνουν τόσο αργά που η ανάσα μου παγώνει όταν πλησιάζουμε. Και μόνο τότε αντικρύζω το σημερινό μου γεύμα που θα κατασπαράξω: Είναι η προβολή που κάνουμε όταν μας παίρνουν με χειρουργικά αιχμηρά αντικείμενα κάτι που μας ανήκε μέσα μας. Και τότε μόνο ξεσπώ σε κλάματα.
----------------------

Μετράω απόκοσμα βλέμματα. Μετράω λυπηρούς ρυθμούς από τρομπέτες. Μετράω τις φορές που δεν έκανα αυτό που υποσχέθηκα και μετράω αυτές που με διαπέρασε ήλιος. Μετράω τις φορές που ζήτησα εγώ συγνώμη για άλλους, μετράω τις φορές που άφησα το νερό να με τυλίξει ολόκληρο και να με κατευνάσει με μια αγκαλιά.

Μετρώ την απόσταση του φεγγαριού από σένα, μετρώ την απόστασή μου από τη γη όταν αιωρούμαι, μετρώ την άσχημη, πικρή συνοχή των ήχων που βγάζουν τα δόντια μου όταν μετράω τη θέληση για να ζήσω. Μετράω την απουσία και μετράω τις παρουσίες που δεν ικανοποιούν. Μετράω την αγάπη. Μετράω υψίπεδα στο μητρικό μου ένστικτο και μετράω κοιλάδες σε χαράδρες αιώνων.

Μετράω τα σύννεφα που είδα μικρός να περνάνε από το παράθυρο χωρίς να κάνω τα μαθήματά μου. Μετράω πού είσαι εσύ. Μετράω πόσα "εσύ". Μετράω ηθική στραβωμένου εγωισμού, φυλλοβόρα αρνούμαι, μετράω πόσες λέξεις ακόμα χωράω για να γράφω. Μετράω καταιγίδες. Μετράω στάχτη και αναμνήσεις που έγιναν παρανάλωμα. Μετράω ουρανό και μετράω αγάπη για τον κόσμο. Μετράω τις φορές που έμεινα χωρίς να προλάβω να πω τα πάντα. Μετράω τις φορές που έμεινα σιωπηλός. Μετράω 24 χρόνια που μισά θυμάμαι οτι έγιναν. Μετράω ξεχασμένους φίλους και αποχαιρετισμούς. Μετράω αγκαλιές που δεν έγιναν. Και μετράω τα φιλιά τα οποία ήθελα ακόμα να σου δώσω.



Και χρειάζομαι δάχτυλα πολλά γαμώτο.

Thursday, October 18, 2012

απώλεια

Άγραφο. Πνίγομαι από την ησυχία και την αφωνία μου. Ζητάω και δεν μου επιτρέπεται. Δίνω και δεν μου επιστρέφεται. Ανυπομονώ και ρίχνομαι πίσω σε λάκκο με εμένα μέσα. Και ακολουθώ τα ίδια μου τα βήματα σκύβοντας ηττημένος. Λυγίζω την πλάτη μου άμορφα, έτσι που φαίνονται τα κόκκαλά μου. Και ανοίγω το στόμα μου για να αναρριχηθώ σε ουρανούς που μου φαίνονται άπιαστοι. Και όταν πάω να μιλήσω μιλάει κάποιος άλλος για μένα.

Μακριά στον ορίζοντα αγναντεύω θραύσματα από θα ήθελα και ευχές για μακρινές όμορφες μέρες σε μακρινές εποχές. Δραπετεύω από τη νεκρική σιωπή ενός τεράστιου περιβλήματος για να φτάσω σε ένα πουθενά. Και, ορθώμενος στην άβυσσο κοιτάω να κρύψω ό,τι όμορφο μου έμεινε στις μέσα τσέπες του παλτού που ποτέ δεν έχασα. Αυτό που μου ζητάνε να βγάλω.

Ηττημένος σε ρυθμούς που σφυροκοπάνε την ψυχή μου, λυγίζω και σηκώνω το χέρια μου παρακαλώντας. Ποιός θα με κάψει ζωντανό? Ποιός θα με θάψει αφού καώ και ποιός θα με χαϊδέψει στο μέτωπο? Ποιός θα με σκεπάσει με απαλή κουβέρτα για όνειρα χωρίς δόντια που ξεσκίζουν?

Ποιόν θα πάω στο δικό μου δωμάτιο?

Πνιγμένος στην ησυχία και την αφωνία μου, πίνω από νερά που δεν γνωρίζω αναμνήσεις και όνειρα. Ξεχασμένες εικόνες τρυφερότητας. Ψάχνοντας από πού να κρατηθώ βρίσκω μόνο ανήλεα ρεύματα. Και πλευρικές ματιές. Ποιός θα μπορούσε να είναι τόσο σκληρός? Ψάχνω από πού να ανοίξω τα πλευρά μου· θέλω να μπει ήλιος και να φύγει φόβος.


Είμαι χαμένος.

"Stalker" by Andrei Tarkovsky, 1979. click.
"Nobody believes; not only these two. Whom shall I take there? Oh Lord. And the most terrible thing is that nobody needs that - no one needs this room; and all my efforts are in vain."

Wednesday, September 26, 2012

κάποτε

Θάβοντας τιμή στην κάννη ενός όπλου βρίσκεσαι αντιμέτωπος με δύο ερωτήματα. Το ένα κλαδεύει κεφάλια - το άλλο σημαδεύει σε ζεστές αγκαλιές. Η ιδέα οτι η πραγματικότητα είναι πλαστή ευφυώς δημιουργεί υποερωτήματα και πίνακες ασφαλείας. Και όταν τρέχω να σωθώ από ένα φιλικό άγγιγμα βυθίζομαι στην απύθμενη σέπια, χλωρά κλαδιά που προσφέρουν ασφάλεια για την πτώση και μια λεύκα στο δωμάτιο του μωρού.

Ο δρόμος περιτυλίγεται στις φλόγες, τρέχω για να σώσω ό,τι έμεινε από μια προοπτική παλιά. Σκονισμένη όσο η υγρή σου καλοσύνη. Υδράργυρος που τρέχει σε δοχεία και έπειτα ξαναγυρίζει ουρλιάζοντας στα τοιχώματα. Ραγίζοντας ξέρεις τι σημαίνει. Πολλά ραγίζουν όταν πέφτουν. Πολλά κομμάτια σε πολλά πατώματα σκακιέρες. Πολλά χέρια που μαζεύουνε στα αίματα τα γυαλιά. Και πολλά χείλη που τα φιλάνε ευλαβικά ανοίγοντας σχισμές και ράμματα στα πλευρά τους. Δύο αριστερά, τρία δεξιά - η μαγική συνταγή του πόνου που λατρεύεις. Και ένα ανοιγμένο άκρο με τρυφερότητα.

Ξεχνιέμαι σε ασφυκτική πίεση ενώ ένας κόσμος στρομβυλίζεται σε 100 κομμάτια μιας καταιγίδας που ξέσπασε σε αυγουστιάτικη μέρα. Μικρές αρθρώσεις τρέχουν να σωθούν από την Εγνατία Οδό. Ο θεούλης βυθίστηκε σε πλήξη και βρωμάει ψαρίλα. Η τύχη δουλεύει ενώ ο εγκέφαλος κοιμάται σε παπλώματα χωρίς έδαφος. Ποτισμένο, αναδύει μούχλα και σουπιά από κατεστραμμένα λύκνα. Πέθανες και τρελάθηκες στην άβυσσο της ημέρας. Γλυκά πεθαίνω στην μαγική απόλαυση της φύσεως. Ταύτιση, όχι μεγάλη τρέχει για να συναντήσει εκατοντάδες πιόνια που θα σκοτωνόντουσαν έτσι και αλλιώς στην βάφτιση. Σοπενάουερ είπες. Καλώς την.

Καπνοί αναδύονται από εγκοπές και λέξεις. Ήρθα, είπες. Οι τρίχες μου ορθώθηκαν σαν να άνοιξα το στόμα για να σκίσω χορδές. Άπειρα σπίτια σε μια σειρά από οδούς με φωτογραφίες Σελήνης. Ξεσπάσματα αγαθοσύνης για δυσνόητους λεπρούς. Με φτερά και λέπια στο πλάι. Εκεί που κανονικά είναι η άρνηση. Καλησπέρα.

Ορθώνεσαι σαν νύχτα. Επισκιάζεις κουνημένα πρόσωπα. Καλύπτεις με βογγητά τις φαντασιώσεις των γύρω επισκεπτών. Σε ουρές. Σε μάζες. Σε κύματα. Κυνηγάς μέχρι εξαφάνισης αυτούς που σε κοιτάνε με σάλια που στάζουν και με μάτια που έχουν πελώριο, γουρλωμένο άσπρο.

Σαφώς και ήταν. Σαφώς και δεν γδύθηκα - ψάχνοντας την Τυφλίδα μου συχνά βρίσκομαι σε λάθος στροφές. Όπως φωτίζουν τα έντομα. Όπως υπακούνε οι πνιγμοί.  Όπως διψάνε οι φτωχοί. Όπως σαπίζουνε οι άνεμοι. Όπως αναπνέουν τα ήρεμα. Όπως αδυνατίζουν οι ακέφαλοι. Όπως πνίγονται τα πλοία σου. Όπως δίνονται σε χίλιες πουτάνες οι μέρες σου. Όπως αμύνονται οι λυσσασμένοι. Κοίτα και λίγο αριστερά δεξιά. Βλέπεις τι χάνεις?

Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ

Με ποιόν γελάς τώρα?

Monday, August 20, 2012

φυγή

Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για το αλισβερίσι, σταματώ κοιτώντας ψηλά σύννεφα και εποχές να στρομβιλίζονται. Μέσα στην ησυχία της μεσημεριάτικης απομόνωσης το μόνο που προλαβαίνω να αντιληφθώ είναι οι δρόμοι που με καλούν να αποχωρήσω, να οδηγηθώ σε πενήντα ξημερώματα και σε εβένινα ηλιοβασιλέματα ανήλεων ερήμων. Μέρη που δεν έχει πατήσει κανείς από τότε που οι καρδιές τους ράγισαν και τις τοποθέτησαν ευγενικά σε ένα σεντούκι, με ένα χαμόγελο που δυσκολευόντουσαν να σχηματίσουν από τον πόνο και τις κακουχίες.

Η επιστροφή φαντάζει εύκολη - ωστόσο πριν προλάβω να αντιδράσω αποκοιμήθηκα σε ακτές και σε όχθες ποταμών που είχα αγαπήσει και κλάψει. Τα βήματά μου ακολουθούν εμένα ή εγώ τα βήματα, προχωράω προς ένα μεγάλο άγνωστο και αυτό με χαιρετάει κάπου που δεν μπορώ να το δω και πότε άλλωστε μπορώ να το αγαπήσω όταν δεν ξέρω τι θα μου δώσει και πόσο θα το σιχαθώ?

Έλεγα οτι η ιδιότητα του να νιώθεις την ηλικία σου στους ώμους δίνει ξεχασμένες αναμνήσεις και ιδιότητες καμμένες σε σκληρές απαντήσεις. Θυρωρός στο πεζοδρόμιο που πρόσεχα, ξεγελάστηκα από τις αιτίες και τα αιτιατά, οι περίπλοκοι γλωσσικοί συνδυασμοί με άφησαν ανάπηρο σε επίπεδο που δεν το θυμάμαι, τέσσερα τετράγωνα με ακολουθούν σε ρυθμούς παλιών τραγουδιών. Παλινδρομώ με ώμους σκυφτούς. Και αναρωτιέμαι μέχρι πότε η άδικη σύγκριση θα πάρει τέλος και θα ταξιδέψει σε ακτές χωρίς ανθρώπους. Με μόνο την άμμο και την παλίρροια για παρέα σε αφωνία.


Περπατάω μόνος σε μεγάλους δρόμους και σε τεράστιες λεωφόρους. Προσπαθώντας να θυμηθώ τι ήταν αυτό που με είχε κάνει να γελάσω και τι ήταν αυτό που με είχε αγκαλιάσει μέχρι το τέλος της ύπαρξής μου και με είχε τυλίξει σε ένα τέλειο καταφύγιο όπου περίμενα νωχελικά και όμορφα κάτι που είχα ξεχάσει πια τι είναι.



Monday, July 23, 2012

κύκλοι

Ανοίγω τα μάτια μου σε έναν κύλινδρο που με περιτριγυρίζει. Αφαιρώντας παραμέτρους, ο κύλινδρος στέκει, χωρίς κίνηση αλλά και χωρίς άνοιγμα. Και υποννοεί οτι αυτό είναι απειλή. Οτι με μια λάθος κίνηση θα βρεθώ τυλιγμένος από το βολικό του περίβλημα ενώ αυτό μου σπάει κόκκαλα και με φτιάχνει καθ' εικόνα και καθ' ομοίωσή του. Ένα καλούπι που δομεί ψυχρότητα. Που δομεί αδιαφορία. Που δομεί φόβο για το μέσα και για το έξω. Να μιλήσω ή θα βεβηλώσω? Να σιωπήσω ή θα λείψω την στιγμή που χρειάζεται?

Κύκλοι περιτριγυρίζουν εκτάσεις. Μέχρι εκεί που μπορώ να δω. Μέχρι εκεί που θυμάμαι και δεν έχει συμβεί ακόμα - προεκτάσεις στον χρόνο, προεκτάσεις στον χώρο. Και μπλέκονται σε ένα τεράστιο παραμορφωμένο λουλούδι της ζωής. Αλλά λειτουργεί αντίθετα. Απομακρύνει, αποδομεί, παραλύει, τεμαχίζει, παραμορφώνει, διαμελίζει. Η λειτουργία τους είναι απλή. Το καθένα έχει ένα γεγονός σε τροχιά. Όταν αυτή η τροχιά φτάσει στη μεριά σου, στη κατεύθυνση και στο χρονικό σου σημείο το γεγονός επαναλαμβάνεται. Και άλλες φορές ψιθυρίζει οτι εδώ είναι, έφτασε, το νιώθεις? Άλλες φορές ουρλιάζει κλείνοντας τον δρόμο για ό,τι σε κάνει άνθρωπο.

Εκτάρια από γκρί έντομα καταπίνουν τον μίτο της Αριάδνης μου ενώ κόκκαλα ξεπετάγονται από σημεία που δεν ανήκουν μεγαλώνοντας αδιάκοπα. Κύκλοι από κόκκινο που ξερνάνε μαύρη λασπωμένη μελάσα σε κομματάκια χάνονται στη διαδρομή από πέτρες. Η χλωροφύλλη δεν είναι πια για παιδιά, διδάσκει μόνο την άπραγη αποστασιοποίηση. Τον άπραγο σαδισμό. Το βιολετί γίνεται επικίνδυνο για την υγεία και την ειλικρίνεια. Δεν έχω άλλους ανθρώπους που να μιλήσω για την άδειά μου αφού άνοιξαν διάπλατα, παραμορφωμένα τα στόματά τους μέσα σε μια νύχτα και κοιμήθηκαν σε λήθαργο. Γαργάρες από βιτριόλι είναι πια καθημερινή θεραπεία για την μηνιγγίτιδα. Και από εδώ και πέρα, μόνο υπόγεια τούνελ και διάδρομοι με άρρωστα φώτα.

Χρειάζεται να πάρω σκάλα. Χρειάζεται να ανέβω σε οροφή από μαλακή στάχτη και να καλέσω αγγέλους. Σε ισόγεια μαζεύονται μόνο νεκροί πια. Στους δεύτερους ορόφους τρώνε μέχρι να ουρλιάξουν σαν λύκοι. Και όσοι κάθονται σε παγκάκια δεν θα κοιμηθούν ποτέ ξανά. Ζητάω να πάρω ανάσα και ας είναι παγωμένος ο αέρας - τον νιώθω πιο καθαρό έτσι. Χρειάζομαι και άλλο ύψος. Και άλλο χιόνι να με διαπερνά σε διαδρομές που δημιουργώ στο μυαλό μου. (Δεν είναι στην πραγματικότητα τόσο δύσκολο. Δεν είναι παρά ροές νευρώνων.) Και άλλοι τόποι με καλούν ξανά. Ανάσα γαμώ το κερατό μου. Ανάσα μέχρι να πονέσω στα πνευμόνια μου. Ανάσα μέχρι να δω τον κύλινδρο να ραγίζει. Ανάσα μέχρι να εξορκίσω αυτό που με σφίγγει στα πλευρά και στην καρδιά.

Ανάσα μέχρι να δω εμένα, μόνο εμένα. Και εσένα. Εξέτισα την ποινή μου και δεν χρειάζομαι άλλους κυλίνδρους.


Thursday, June 7, 2012

χάρτες

Δεν άφησα την ευλογία του παλιού γαλάζιου να με σταματήσει. Δεν σταμάτησα όταν οι άνεμοι με παρακίνησαν σε κινητική αχρωμία και σε ευτυχία πλαστών ορίων. Δεν αναγνώρισα υποβολή σε μικροπρέπειες. Άφησα την ευκαιρία να αγαπήσω την σκουριασμένη κίνηση ενός τεράστιου περίπλοκου μηχανισμού αφαλάτωσης.

Και τίποτα δεν με φέρνει ξανά πίσω στην αιματηρή και άπειρη ανατολή περισσότερο από 16 απλά βήματα. Και όλα σε περιλαμβάνουν. Και όλα με τυλίγουν και με ανασηκώνουν και σε περιπλέκουν και σε αναδομούν, σε απογυμνώνουν από δέρματα παραισθήσεων και κακών εποχών και θανάτων. Η αλήθεια πάντα διαπερνά όλη τη σκέψη και την ελεγεία δαιμόνων και αστερισμών που εκχέουν απομεινάρια ανθρώπων. Πες σε ποιά χωράφια μπορώ να σχηματίσω τις λέξεις για να σε καλέσω και θα σταθώ στη μέση ενός τεράστιου λιβαδιού με ένα δώρο και με το δεξί χέρι στον αριστερό ώμο. Και θα φιλήσω την πρωινή δροσιά και την ελάχιστη απόσταση δύο σωμάτων σε ακινησία. Με τεντωμένα άκρα και στέρνα που κοιτάνε ουρανό.

Δεν άλλαξα την αναπνοή μου για άσθμα με ίσως. Δεν τέντωσα ώχρα για να περνάω άσκοπες μέρες σε καμβάδες με τη μορφή σου μέσα. Βαριανασαίνοντας όμως ξεκινάω πρωινά και μερικές λέξεις που φεύγουν από το στόμα σε ομοφωνία με παλιούς περιπάτους σε αναίμακτους δρόμους.


Αν όλες οι κινήσεις καταγραφόντουσαν ο χάρτης που θα έπαιρνα θα ήταν ο δικός σου.
Αν όλες οι εικόνες εξαφανιζόντουσαν για πιο ζεστά κλίματα θα μετακόμιζα μουρμουρώντας στίχους που τις αποτύπωσαν. Αν τα ραδιόφωνα έπαιζαν στατικό θόρυβο θα έβρισκα τον πιο λευκό για να θυμάμαι σιγοτραγουδώντας. Και αν το περπάτημά μου με βγάλει ποτέ πουθενά, αυτό θα είναι στη δικιά μου, αληθινή Καντάθ. Αυτή που έχει εσένα μέσα.

Sunday, February 19, 2012

ορίζοντες και ωκεανοί

Στο ακρωτήρι που στέκομαι όταν περιμένω τη θάλασσα να με φέρει σε τρυφερούς ανέμους βρίσκω την ξύλινη, θορυβώδη αποβάθρα μου με μια σημείωση που με περίμενε τα χρόνια που έλειπα. Στην σημείωση είναι μια διπλωμένη κάρτα και μέσα στην κάρτα μια ζωγραφιά που την ήξερα χωρίς να την ξέρω και που όταν ξεδιπλώνεται αναβλύζει ασημένιο με χρώματα που αναπνέουν. Και τα σύννεφα στον γκρίζο ουρανό αρχίζουν να κινούνται και τα χλωμά τοπία γίνονται πιο ζεστά. Ξεκινάει να φυσάει· το παλτό μου ανασηκώνεται από τον αέρα και κλείνω τα μάτια μου και ανοίγω το στέρνο μου για να τον αφήσω να εισχωρήσει όπως είχε να κάνει καιρό. Μου αρκεί για να χαμογελάω περιμένοντας.

Κρύβω τη ζωγραφιά στην τσέπη - και όταν και αν, θα την εμφανίσω και θα την έχω για να χαμογελάω συνέχεια.

[Caspar David Friedrich - Wanderer above the Sea of Fog (1818)]

Wednesday, September 21, 2011

Trollvinter

Σήμερα ένιωσα σαν να ήρθε χειμώνας. Και να έφερε κάτι στο οποίο δεν ανήκω. Σαν να μην υπήρξε ποτέ φθινόπωρο. Ένιωσα σαν κάτι να με ταΐζει αναμνήσεις που έχω απωθήσει χωρίς να το ξέρω. Σαν να μου κάθεται ένα μεταλλικό αντικείμενο σφηνωμένο στο στομάχι.

Είναι η πρώτη φορά που δεν θέλω να τελειώσει το καλοκαίρι - και αυτό όχι από κάτι άλλο αλλά από κάποιον φόβο. Οτι σαν μικρό παιδί με φοβίζει το σκοτάδι και δεν θα 'χει πια φως.

Ή, έστω, οτι το σκοτάδι φέτος δεν θα είναι ευπρόσδεκτο.



Wednesday, May 11, 2011

carry me.

Όταν οι εμμονές χτυπάνε κόκκινο, δεν γίνεται δουλειά. Ιδίως όταν αυτές οι εμμονές κυκλοφορούν στον αέρα ανησυχητικά πολύ και για πολύ. Και τα πράγματα γύρω σου είναι σαν μια αδιανόητα μεγάλη μπαρουτοθήκη, με φυτίλια παντού. Βελάκια που οδηγούν από το ένα λήμμα του τεράστιου άρρωστου λεξικού που έχεις στο μυαλό στα ακριβώς ίδια κάθε φορά που έχουν οι τελευταίες σελίδες. Και μυρωδιές που αναδύονται από το πουθενά σε φέρνουν αδιαπραγμάτευτα, ντετερμινιστικά, αδυσώπυτα εκεί που δεν θέλεις να πας.

Και μικρογεγονότα. Και μικρές λέξεις που ψελλίστηκαν κατά λάθος. Ανάγνωση λάθος κειμένων. Ποιά είναι η ενδιάμεση κατάσταση? Πότε θα βρεθώ σε αυτήν?
Προξενώ κακό σε μένα με απανωτά αδιέξοδα από τύψεις επί τύψεων για τα απανωτά αδιέξοδα και για το κακό που προξενώ σε μένα. Και μέρα με τη μέρα νιώθω όλο και πιο ανυπόφορος και απογοητευτικός. Αν υπήρξε βήμα είναι το οτι δεν με ενδιαφέρει πια. Το αποδέχομαι, θες στοϊκά, θες αρμονικά, δεν είμαι σίγουρος. Για ελάχιστα πράγματα είμαι σίγουρος. Η αποφυγή είναι λύση, ή είναι απλά αποφυγή του απαραίτητου? Η αποφυγή της αποφυγής είναι θάρρος να αντιμετωπίσεις αυτά που πρέπει και δυνάμωμα ή είναι η βολική σκέψη για να στήσεις τελικά την εξαιρετική παγίδα στον εαυτό σου που κατασκεύαζες με το ημισφαίριο που τόσο καιρό σφύραγε αδιάφορο? Η αποφυγή της αποφυγής της αποφυγής είναι υπερβολική σκέψη, παράνοια και αν ναι πώς φεύγω από τη γαμιόλα?

Πόσες φορές θα ξεφύγω νοητικά από κάτι μόνο για να δω ξαφνικά την καινούρια πραγματικότητα να εξαφανίζεται και να αντικαθίσταται ξανά από κάτι που αρνιόμουν να δω? Δεν γίνεται να χωράει τόσος θυμός σε τόσο μικρό σώμα. Δεν γίνεται να χωράνε τόσες ανατροπές σε ένα σενάριο πραγματικότητας. Καταντάει αηδία. Καταντάει γελοίο. Καταντάει κατακρημνιστικό. Και ανούσιο. Και σε κάνει καχύποπτο, ψυχρό και απόμακρο. Μια πράξη μου χάνει τη σημασία της αν στους επόμενους 3 μήνες θα σημαίνει κάτι σημειολογικά αντιδιαμετρικό. Νιώθω σαν ένα εύθραστο σύστημα με υπερβολικά πολλές αρχικές συνθήκες. Με υπερβολικά πολλές κρούσεις για να ισορροπήσει. Ή τουλάχιστον, για να ισορροπήσει σύντομα.


Carry me for a little while; carry me for a little while.

Tuesday, March 8, 2011

Эхо

(η εικόνα παρμένη από το http://www.keaggy.com/iluvu/)


Από μικρός θυμάμαι μια σκηνή απο ένα παλιό ρώσικο παιδικό, στο οποίο ένα κοριτσάκι αφού εισχωρήσει στο δάσος, χάνεται, ανήμπορο να βρει τον δρόμο της επιστροφής (ανατριχιαστικά βασισμένο σε άπειρα τέτοια συμβάντα της εποχής). Και παρ' όλο που ήταν απίστευτα καλόκαρδο και είχε -προφανώς- καλό τέλος, μου έμεναν πάντα και για πάντα χαραγμένες αυτές οι στιγμές που το κοριτσάκι τριγυρνούσε απελπισμένα για να βρει κάποιον γνώριμο δρόμο, ενώ παράλληλα φώναζε για να ακουστεί και να ανταποκριθεί κάποιος, από κάπου, μάταια. Και η συγκεριμένη αίσθηση που μου έφερνε μου προκαλούσε έναν απίστευτο σπαραγμό. Αυτή η ιδέα, του βρίσκομαι μόνος σε ένα τεράστιο, ακατοίκητο και ακίνητο δάσος στο οποίο κανείς δεν υπάρχει και τίποτα εκτός απο εμένα. Και ούτε μπορώ να βρω ένα μονοπάτι εξόδου, και το χειρότερο, καμία κραυγή μου για βοήθεια δεν μπορεί να ακουστεί από ανθρώπους που ξέρω οτι είναι κάπου εκεί έξω.

Αυτό νομίζω νιώθω και όταν αισθάνομαι μόνος. Βαθειά, θεριστικά μόνος. Αυτή η κραυγή ψυχής προς κάπου που δεν υπάρχει τίποτα, παρά μόνο ακίνητα τοπία, που δεν φτάνει σε τίποτα που μπορεί να απαντήσει σε αυτήν. Και παραίτηση· θέλω απλά να κάτσω κάπου και να αφήσω ακίνητος, ανέκφραστος την βλάστηση και τις ημέρες να κάνουν τον κύκλο τους ενώ ξεχνιέμαι απο καιρούς και αγκαλιές που άλλοτε με θυμούνταν.


Wednesday, December 1, 2010

τρεις τελευταίοι

1. Λευκή Συμφωνία

Όταν ανασηκωθούν όλα τα φύλλα και οι καλύψεις του σώματος και καταλαγιάσουν στην λευκή τους επιδερμίδα, σαν επιφανειακή τάση και σαν προσευχή ο ήλιος θα σείει πιο αραιά, υπόγεια, έκκεντρα αλλά συμμετρικά τις συχνότητές του. Ο σβέρκος και το κρανίο σου θα γεμίσουν απο υποχθόνιες αναμνήσεις, απο υψίσυχνες πεποιθήσεις, απο χαμηλοπερατά χαμόγελα, απο ζωνοπερατούς κύκλους ζωής και θανάτου - ξέρεις τι εννοώ. Ένα τρεμούλιασμα θα διαπερνά το δέρμα απο την άκρη της σπονδυλικής στήλης, εκείνο το εξόγκωμα στην υπόφυση. Θα διηγείται ιστορίες για ιστορίες του χειμώνα.

Μέσα μου θα επικρατεί η σιωπή του λευκού. Που πλημμυρίζει, ισοπεδώνει τα τελευταία μόρια ανάσας που έκρυβες μέσα μου. Και δεν θα θυμάμαι πια το όνομα του παραμυθιού ή της αγνότητας ή της οριζόντιας αγκαλιάς. Ή της θέσης του αστρικού χάρτη πάνω στην πλάτη σου. Και η ζωή μου θα φέρνει αέρα που σηκώνει με εκείνο τον υπέροχο τρόπο τα μαλλιά και τα στόματα.

Δεν θυμάμαι καλά χαμόγελα που συγκρούονται. Δόντια που τρίβουν επιφανειακά θέλω και όνειρα απο αιθέρα και σύννεφα χρώματα - μέσα απο σκοτάδι ύπαρξης, για τους γύρω ανυπαρξίας.
Καταλήξαμε με συμπληρώματα διατροφής για επιβίωση εγωισμού, αρχών και κουράγιου. Ο εξευτελισμός του άδικου και του κρεμασμένου.
Δεν κάνει να γελάμε με τους λεπρούς γιατί φέρνουν όνειρα κατάνυξης. Νεκρό λεπτό νήμα που πλέον δεν συνδέει και πάλλεται σαν κοφτερή χειρονομία, ευγενική στο σώμα της κιθάρας. Παρανάλωμα του πυρώς, η ιδέα μας ακολούθησε ακόμα και εκεί που δεν την τάξαμε: Είχε συνηθίσει πια να καίει στις καρδιές των σιωπηλών και των νυχτοπαρωρών. Όσων τολμάνε την ανάφλεξη σε τοπία που εξαερώνονται μπροστά στα μάτια όσων δεν συγχωρέθηκαν.

Φαντάσου πρόσωπα που περνάνε δίπλα σου ενώ τα μαλλιά έχουν ήδη σηκωθεί και εξαφανίζονται σαν σε μάζες ζεστού αέρα καβαλώντας μαζί και το δέρμα, και ίσα που προλαβαίνεις να διαβάσεις τις εκφράσεις τους για να σου πουν τα απαραίτητα: Νερό, τροφή και ανατριχίλα. Προμήθειες για την 5η εποχή που παρεμβάλλεται ανάμεσα στις υπάρχουσες. Με βία, με αγάπη και προτάσεις καταστροφής. Και κίτρινα ξεραμένα φύλλα που τυλίγουν όσους θέλουν να κοιμηθούν στον αέρα. Η ευκαιρία, λένε, ο διάβολος να σου κλέψει την ψυχή.

Αυτών που ακολουθούσαν και ακολουθάνε νεκρά μωρά σε οισοφάγους τέφρας και απολιθωμένων θεών. Οι θεοί ξερνάνε χίμαιρες σε φωτεινά σημεία. Τα σημεία φτύνουν Οίστρο σε καταραμένους. Παρατημένους αποχαιρετισμούς στους σκοτεινούς. Μια γουλιά απλώματος φωτός σε μετάξι. Ταξίδια σε νεκρές πολιτείες που ανακλούν τα μάτια σου. Νεκροπόλεις σε ντουλάπια και σε κεφάλια. Κόκκαλα σε υπάκουους, τρωτότητα στους αδύναμους.

Δες την κορυφή του δοντιού, δες τον πνιγμό της αλήθειας στο να λες απαράδεκτες προφητείες.ένα λουλούδι που το λένε μιμόζα και μιμείται τον θάνατο, πόρτες που ανοίγουν καρφώνοντας όποιον καθόταν κολλητά με αγωνία ή οπισθοδρομούσε απο φόβο.



2. Stand for the Fire Demon / Mantra

Κάθεσαι στην κορυφή ενός λόφου, χειμώνες και βουνά αργότερα. Και ο άνεμος καλύπτει χιλιομετρικές αποστάσεις για να φτάσει στην καρδιά μου και στην καρδιά του χειμώνα.

Ανοίγει φως και φορώντας το ίδιο που έγινε ένα με την συνείδηση και σκέψη μου κατευθύνεσαι προς το τέλος. Με φόβο να χαμογελάσεις και με φόβο να αξιωθείς και να σηκώσεις το βάρος που σου αναλογεί. Και ας είναι ελαφρύτερο απο το χθεσινό. Και ας υπόσχεσαι να μην αγγίξεις τα γόνατα με τα χέρια σου και τον ουρανό ή την ασημένια ανάκλαση της πάνω στα νερά της λίμνης.
Άσπρα πουλιά φτύνουν φτερά για την αιωνιότητά σου. Κάποιος ξερίζωσε ήλιο απο τον λαιμό του και τον κρατάει ψηλά για να σε φωτίζει. Άλλος φλέγεται κοιτώντας έδαφος και άλλος αρνείται να κατέβει.


[...] Ολοκληρώνω κατηγορίες. Ξεστομίζω τις φωτιές που με καταπίνουν από μέσα. Σε ελευθερώνω μακριά σαν πουλιά που σπάνε σε χίλια φτερουγίσματα πάνω απο ανθισμένο ουρανό και 76 αγκαλιές απο αέρα, 11 περισσότερες απο τις δικές μου.

Το καραβόσκοινο που πήγε να με πνίξει δεν με κρατάει άλλο και θέλω να σπάσω τα λόγια σου σε μικρές συλλαβές που δεν φθονούνε ή αρνούνται θεία παρουσία και σκότος.
Σκοπός μου δεν είναι πια συγχώρεση. Είναι το χαμόγελο που ξέρω να έχω. Και το οποίο αγαπώ και βάζω κοιτώντας στην καρδιά και πετώντας απο χίλιους ουρανούς και με δυο μαδημένα φτερά στο σούρουπο. Και το άλλο ακολουθεί: Εξανεμίζομαι στην μυρωδιά του είναι και οι αναμνήσεις είναι όμορφα αντικείμενα του δωματίου μου.

Δώρα χωρίς γιορτή αέρας χωρίς τροφή σκάγια χωρίς κυνηγό, πηδώ ανάμεσά σας αγάπες μου, και αγκαλιάζω ψηλά και το κεφάλι της. Χωρίς να έχω πεθάνει. Χωρίς να μασουλώ τενόρους απο χίλιες εποχές χολής. Τα βιολιά της μπαίνουν και με κινήσεις λεπτές όσο ένα έντομο που προσεύχεται σκουπίζουν σύννεφα και ενοχές, ραγίζουν άδικα καρδιές και λεπταίνουν απαλά το δέρμα και χαρίζουν δροσερή αναπνοή (υπόσχονται ελαφρύ ύπνο). Στα λόγια του ανέμου μην προσεύχεσαι άλλο, δεν ξαναγυρίζω σε αρχέγονες τροφές στο στομάχι μου επικρατεί χάος και μεντεσέδες κλείνουν ερμητικά τις πόρτες της ζωής μου. Τις ανοίγω μία μια απο αυτές είσαι και εσύ.

Τα βιολιά της μπαίνουν και με κινήσεις λεπτές όσο ένα έντομο που προσεύχεται σκουπίζουν σύννεφα και ενοχές. Δώσε δύναμη να σηκωθώ, δώσε μου καρφιά να βγάλω και χαμόγελο να αντέχω και να αντέχει σε χρόνο και πόνο και ύπνο μαύρο.

Θυμάμαι την συζήτηση που είχαμε και μου είπες μυστικά που έβλεπες και ήξερες. Και σε αγάπησα και άλλο. Και σε ερωτεύτηκα, ίσως.
Και τελικά μου είπες τα λάθη μου και ίσως σου είπα τα δικά σου, τα δικά μου όσα είναι τα δικά σου όσα είναι και βρίσκονται μόνο στο κεφάλι και στην καρδιά και στο πίσω μέρος σου. Και όταν μου ζήτησες να φύγω απο το δωμάτιο, πέθανα λιγάκι μέσα μου. Όχι ξανά και σε ευχαριστώ για αυτό.
Ύπαρξη της ζωής μου μεγάλη προστάτευσέ με απο απληστία και κακία άλλη. Και γλυκό νερό απο ρυάκια σε χρυσό απο πέτρες στο βυθό και απο τα μαλλιά σου. Μέσα στα μεγάλα μυστικά βρίσκονται οι πιο μεγάλοι σκλάβοι. Αναπνέω έξω απο αυτά και δεν τα θέλω. Και δεν θέλω ούτε απέραντο κενό. Θέλω χρώματα και ηλεκτρισμό και μουσική και ήχους και αγάπη και προφητεία και ουτοπία και αλήθεια και κύματα να ταξιδεύουν απο μέσα μου στον πιο μεγάλο ήλιο, αυτήν που αγαπώ. Και αγάπη αληθινή σε άνθρωπο αληθινό και φωτεινό και πολύχρωμο. Σε αγαπάω. Με αγαπάω. Με φιλάω με αγκαλιάζω, φτου και βγαίνω.

Friday, September 24, 2010