Thursday, October 22, 2009

Stumble then rise in some awkward morning (sober and damp, as a faded sun warms on your bared bent skin)

Κανείς απ' όσους ξεκίνησαν την κούρσα δεν γύρισε αλώβητος. Η μέρα τρυφερά γνέφει τον ήλιο της, βαδίζει στις πλάτες και στα κόκκαλά τους, αφήνοντας περιθώρια για καινούριες λέξεις και έννοιες.

Δεν ξέρει να βγεί ακριβώς, και χωλαίνοντας θα παραπατήσει στα άδυτα τόσων μαχών, και αδίκων που πνίγαν σαν λαιμητόμος όσους τολμήσουν να αντισταθούν.

Ζωγραφισέ το, φτιάξε το σύμβολο που του αρμόζει και πες φωναχτά ένα mantra. Και μετά απλά ιχνηλάτησε σε βάθος υψομετρικών κενών και παλιών καλών καιρών, κακών εποχών

Μα πάνω απ' όλα,

Π α ί ξ ε

Friday, August 21, 2009

Μηχανή κατασκευασμένη έτσι ώστε να παρέχει επίμονη απουσία (σε σμίκρυνση 88%)

(*τίτλος εκθέματος της Biennial του 2007)

άοσμο

Το ποτ πουρί είναι ενα φάρμακο, αιώνιο. Και εγώ κάθομαι με το υπεροπτικό αίσθημα της ευθύνης προς κάποια δεύτερα άτομα και προς το alter ego και αναθέτω ποιητικές εξάρσεις σε νεύρα και αυτόματες συναλλαγές-αντιστοιχίες λέξεων. Δεν έχω κάτι να γράψω ουσιαστικό, παρα μόνο την νηνεμία, που πάντα μου άρεσε σαν λέξη. Πλαστή νηνεμία. Γιατί ενώ γύρω γίνεται πανικός, όταν κάτι λείπει και ειδικά όταν δεν ξέρω τι είναι αυτό τα πάντα είναι ρυθμοί χελώνας, συνήθεια για νυσταγμένους, το αυτονόητο βούισμα άλλου ενός ξημερώματος σε ένα απελπιστικά άδειο κρεβάτι.

Βασικά θέλω να πώ υπερβολικά πολλά, και δεν έχουν καταφέρει τόσο καιρό να σμιλευτούν, είναι μια άμορφη μεγάλη μάζα και φρακάρει. Βασικά μόλις πήγαινα να γράψω κάτι και το ξέχασα.

Κάνω νοητικές στροφές και κόβω να βρώ έξυπνες υπεκφυγές και διαδρομές γύρω απο την απουσία του συγκεκριμένου. Έφυγε βλέπετε χωρίς να ειδοποιήσει για διακοπές απο τον Ιούνη. Και ούτε τηλεφώνημα, ούτε το σύνηθες πέταγμα γύρω απο το κεφάλι μου. Και αρνούμαι να πιστέψω οτι με παράτησε για αυτή την τσούλα, την θλίψη. Δεν κατάλαβες? Δεν πειράζει, κατάλαβα εγώ.

Δεν καταλαβαίνω γιατί δε νιώθω τι συμβαίνει γύρω. Σαν να μην τα ζώ. Κάτι λείπει για να δουλέψει η ανάσα μου σωστά πάλι.

Γκρίνια, απο παντού, πλέον φτάνει στην μεταγκρίνια, φαντάσου. Παραπονιέμαι για το οτι παραπονιέμαι.

Κάτι λείπει, σαν ένα γαμημένο γρανάζι για μια τεράστια μηχανική εξίσωση. Το κλίκ. Όχι, άκυρο, το ΚΛΑΝΓΚ λείπει, που λέει ο άλλος. Όλα κάνουν ΚΛΙΚ ΚΛΑΚ ΚΛΟΝΓΚ αλλά οχι ΚΛΑΝΓΚ. Πώς σκατά βγαίνει Κλάνγκ?


Και επίλογος? Για επίλογο διαλέγω ένα κρυφό χαμόγελο και λίγες στιγμές που δεν ανήκουν στο υπόλοιπο μπερδεμένο και γειωμένο και μουντό καλοκαίρι. Άσχετα αν επίλογος δεν είναι χρονικά. Έτσι, ένα αίσιο τέλος για αλλαγή μια φορά - μήπως διώξω την κρίση ηλιθιότητας της αχαριστίας που με διακατέχει.
Χαμογελάω ειλικρινά για να ξορκίσω την μουντάδα. Θα γελάω όλο το χειμώνα σαν τον Μάϊο, τ' ορκίζομαι. (κλάνγκ ήταν αυτό που ακούστηκε?)




(...κι όταν γίνει)

σκόνη και χρυσόσκονη


Την απειροστή φορά που σκύβω να εξαϋλωθώ στον ώμο σου και την μυρωδιά σου,
με έχεις αγκαλιάσει και χάνομαι· και ψιθυρίζω στον χρόνο και τον Μορφέα να μην σε αφήσει να φύγεις. Και όταν τα δάχτυλά σου βυθίζονται, ελαφρά, στην πλάτη μου και η καρδιά μου κοντεύει να ξεριζωθεί απο το στήθος μου το μόνο που μπορώ να σου ψελίσω είναι απλά "σε αγαπώ".

Και δεν έχει σημασία που δεν κατάλαβες πόσο.



Wednesday, June 3, 2009

A Momentary Lapse of Reason


http://www.diafanakrina.info/sitegr/?p=92


Θα μπορούσα να πώ και να γράψω πολλά, πάρα πολλά πράγματα. Όση μουντή, νωθρή λύπη έχω, άλλο τόσο με κάνει να κοιτάω ψηλά. Δεν ξέρω γιατί. Δεν ξέρω αν μου άλλαξαν την ζωή· σίγουρα όμως νιώθω -όπως και πολλοί- οτι έζησα μαζί τους. Θα συνοψίσω όσο πιο απλά μπορώ:


Σας Ευχαριστώ, πολύ.






Wednesday, May 20, 2009

Οι Θεριστές






















Άπειρα θέρεμιν, ξενύχτια, περπατήματα, ανισότητες, ατοπίες, θέλω, γραμμές μειδιάματος, και, στάχυα που γυαλίζουν απο πιάνα που παίζουν μοναχικές μελωδίες, ορίζοντες που αγκαλιάζουν τα τραίνα μου, παρενθέσεις, κόκκινο αίματος σε μαύρο φόντο, λάθη που φορτώνονται στο κάρμα για άλλες ζωές και χρονικές στιγμές, απαγγελίες σπαστών κελαηδημάτων υπό αχνό φώς και πρησμένα μάτια, σκιώδεις απεικονίσεις ουρανών, μυστικές βόλτες, οι οποίες πέρασαν δίχως σταματημό, 3 η ώρα το βράδυ, μπύρες, φίλους-παραναλώματα απο στάχτες, συνομιλίες με πόλεις και ambiences αργότερα, Η Ταχύτητα ελαττώθηκε προσωρινά.

Μην γυρνάς παρά μόνο για να κοιταξεις εναν ήλιο χωρίς αγκαθωτές μεμβράνες, ενα ξημέρωμα χωρίς το λυπημένο φως, ή με το ίδιο πιο ομορφο με τα πιο ανεξήλωτα όνειρα σε ενα βελουδένιο πάτωμα που με ρουφάει μέσα στην σκιά του και την δροσιά του, και τα κομματάκια απο τις αναμνήσεις κάθονται στο ράφι και μου χαμογελούν λυπητερά θα γυρίσω θα τους χαρίσω πίσω ενα μειδίαμα και τις παντοτινές περασμένες ελπίδες που κάποτε τους έτρεφα τρυφερά και που ποτέ δεν θα γινόντουσαν στ' αλήθεια η αλήθεια. Ξέρω τι έχει (γίνει). Μια βροχή και πέντε ολόανθες συλλαβές που ρίχνονται στο κενό αυτού που θέλει να γίνει πραγματκότητα. Τίποτα δεν θα το κάνει να νιώσει όσο δάχτυλα που κυλάνε, δάχτυλα που παίζουν πιάνο και δάχτυλα που ζυγίζουν κόκκαλα τρυφερά επάνω μου. Κάντο ξανά, άγγιξέ με, ίσως ποτέ κάποτε στην αφόρητη ζεστασιά του τωρινού μου είναι να βρεθεί η άνοιξη με έναν ύπνο στο χέρι, θα φυσήξει τον ύπνο απο την παλάμη και θα τον αφιερώσει αιωρούμενο, ελαφρύ σαν την ανάσα πρίν γυρίσεις για το ταξίδι, στο τυλιγμένο απο όνειρα με μυρωδιά νωπή απο δέρμα και γλυκό βράδυ ηλίου, δέρματος, αέρινου κειμένου και ψιθύρων του κάτω χείλους σώμα Σου.




Δεν ξέρω που το πάει δεν ξέρω τι θα του φτάσει δεν ξέρω τι θα το κάνει να σπάσει ξέρω πως δεν θα σταματήσει ξέρω οτι μου αρέσει ξέρω οτι δεν το φοβάμαι ξέρω οτι δεν θα πέσω ξέρω οτι πεθαίνω απο απόγνωση μ' αυτό ξέρω πως αναπνέω σαν να είμαι όλος αέρας απο αυτό και μετά το βγάζω απο τα πνευμόνια μου, και αυτά αέρινα, και το ξαναβάζω μέσα, δροσερό σαν το ξενυσταγμένο πρωινό και τον αέρα που τρέχεις ή κρατιέσαι σε ταχύτητα, ξέρω οτι φτάνει σε μερικές στάσεις που αν θέλω κατεβαίνω αλλά τότε ξέρω πως έχω χάσει για τα μέτρα μου· ξέρω οτι δεν θα σταματήσω ξέρω οτι ανατριχιάζω όταν σκέφτομαι το είναι ανατριχιαστικό και το ουρλιαχτό ξέρω πόσο πίσω κρατιέται πια η λογική και το κασκόλ που μου χάρισες προσπαθώντας να κρατηθούν πάνω σε αυτό που έχει ξεφύγει απο λογικές ταχύτητες πια ξέρω οτι δεν ξέρω καν τι είναι αυτό ξέρω οτι χαμογελάω ναί ρε πούστη χαμογελάω ξέρω οτι το κλειδί το άνοιξα καιρό και δεν το χρειάζομαι, το πέταξα πίσω μου αδιάφορα ενώ ισσοροπώ ιππεύοντας αυτό το τεράστιο πράγμα που πετάει, τρέχει, κολυμπάει ταυτόχρονα και δεν ξέρει που και γιατί ξέρει οτι αυτή είναι η ουσία να τρέχεις και ξέρω οτι δεν θα μάθω ποτέ τι ήταν, μαθαίνω απλά να το αγκαλιάζω και ιππεύω μέχρι την ψυχή μου τρέχοντας μέχρι να γίνω ένα με τον αέρα ολοκληρωτικά και το χαμόγελό μου να μείνει σε ένα πανύψηλο τοίχο απο μόρια, αόρατο και απέραντο, γεμάτο/πάνω απο λιβάδια με κοκκινομωβμπλεαναποδοχοροπηδατρεχα.




Και ίσως για πρώτη φορά
εδώ και τόσο πολύ καιρό
ίσως και όλη μου την ζωή
σε όλη μου την ζωή· δεν μπορώ καν να το επαναλάβω με αρκετό νόημα, λέξεις και άνοιγμα γνάθων, στόματος, συλλαβισμού, χειλιών, μεμβράνης
δεν φοβάμαι να μείνω μόνος.

Friday, April 10, 2009

Penetrability/Control

Κάθομαι βαθειά ακάθαρτος και κοιτάω ράφια με βιβλία και ακούω. Το The Empyrean αλλά στην ουσία ακούω κάτι πολύ πιο μέσα και εξώτερο αυτού, κάτι που περιέχει υπερβολικά πολλά χρόνια και πόνο και έχει κουραστεί απο την ύπαρξη του, το είναι, την απειρότητα που έχει αντιστραφεί με την ανυπαρξία, την ελευθερία που έχει μπερδευτεί με την στενοχώρια. Και έχει πάψει να μιλάει γιατί απλά δεν έχει όρεξη και δύναμη.

Είμαι εξαντλημένος. Απο τον θυμό μου, απο τις απροσδιόριστες ψυχοφθορές και συμπεριφορές μου, απο το οτι δεν χωράω και όλο και στενεύω ανάμεσα σε διάφανους τοίχους πρέσας. Μου είναι δύσκολο όχι μόνο να σου μιλήσω, αλλά ακόμα και να σου χαμογελάσω. Δεν ξέρω αν καν σ' εμένα έχω χαμογελάσει εδώ και καιρό. Θέλω να κλάψω ωκεανούς, αλλά τα κρατάω για το βράδυ για τους Mono. Δεν έχω γιατί, έχω μόνο γύμνια και μεγάλους μαύρους κύκλους κάτω απο τα μάτια, έχω συμπαγές μολύβι στην καρδιά και στις άκρες του στόματός μου. Έχω δύο ηχεία που το ένα βγάζει σπαστικό θόρυβο ανά διαστήματα και μουσική που γεμίζει το δωμάτιο και μου λέει λέξεις. Έχω βιβλία που έχω λιώσει και αγαπώ. Έχω ένα ρολόι σε σχήμα τσαγιέρας στον τοίχο, το ίδιο εδώ και 10 χρόνια, που πάει 10 λεπτά μπροστά και δεν καταλαβαίνει τι του λέω, ούτε τι του ζητάω να μου δείχνει. Έχω έναν ουρανό με σύννεφα που απο μικρός κοιτάω αντί να κάνω τα μαθήματά μου και νομίζω πως ποτέ δεν ξεκόλλησα απο αυτά.
Και τώρα όλα είναι λίγο πιο ωραία, και όλα κάνουν κύκλους γύρω απο τον άξονά τους, και όπως η γή δεν σταματάει να είναι, αλλά σκοτεινιάζει και ξανανατέλλει, έτσι και εγώ στριφογυρνάω γύρω απο το ίδιο πράγμα, μια καταπακτή σκονισμένη που έχω χάσει το κλειδί και με βγάζει έξω. ΕΞΩ. ΕΞΩ.

Κάποιος, κάτι. Παρακαλώ.

Μικρές νότες σκορπάνε σκυφτές γύρω μου, το τρέμολό τους ή τις βυθίζει αργά αργά σε νερό ή τις ανυψώνει μέχρι να χαθούν. Ανυψώνω τα χέρια μου μπάς και βγώ απο αυτόν τον βούρκο που πνίγω τον εαυτό μου κάθε φορά.






It's not the way I go. It's NOT The Way I Go.

Monday, April 6, 2009

Sunday, March 29, 2009

volatile colors tend to fly out of my eyes as I look up towards the impending light























And while we gently fell into sleep, I vaguely caught the smell of softly transparent days warming into old purple farewells, still glowing away wet smiles on my arms.
These I painted out of watercolors on skies blue and light.

And nothing seemed to change the way our minds poured colors into the air, in clouds and in shapes and in spirals, in shades.
These I painted out of perseverance on little flaws I named embracing names.


Leaning heavily, I sighed in a momentum of massive weight I'm caught sinking under, craving false light of what is no more than an oceanic reflection; And the ocean poured out of my eyes.
These I painted out of smells I clutch, scars on lips, and buried hands in mine.

Sharp ends came to their own, abrupt ones, upon hearing sounds of creation they sang about in dreams. And in terror they faced the destruction of small ideas, the relentless, soundless, cleansing wave of feathers rising up in chests.
These I painted out of what is sang beneath bones and skin.







And finally, a thousand million numbers of tiny existence bid their own farewells, marked by a wall of sound; the taking off of the last surrounding glowing insects, The Song screaming and penetrating from inside their bellies, leaving into all tomorrows they can ever achieve of dreaming; and neither blazing winds howling -claws and nails deep in their grip- nor the wolves in their hearts could ever pull their flight off their utmost route.
















These painted me lighter than volatile breaths, blurred in motion, chasing after spiraling structures made of crystal river ripples. I spread my wings; and flew.

Friday, March 27, 2009

Αυτό.

Μου χαμογέλαγε όλο και πιο πολύ τελευταία. Όχι και τόσο καλό σημάδι.

























Αμ δε ρε γαμημένε, δεν θα με έχεις ποτέ.

Monday, March 9, 2009

Δεν ξέρω.

Αλλά ξέρω οτι κάθε λέξη πλέον είναι επικίνδυνη και δεν τολμώ να ξεστομίσω άλλες, θα είναι μόνο χειρότερα.








Λυπάμαι πολύ.