Friday, September 26, 2008

απάντηση


Και αν μέσα σε ΆΣπΡους ανείπωτους αστερισμούς καίει κάτι απο τον εαυτό μου, συγχώρεσε την ατοπία του, απλούστατα βρέθηκε και βρίσκεται εκεί που αγαπά και νιώθει αληθινά γαλήνια - έστω και αυτό δεν σημαίνει τίποτα άλλο παρά μια στιγμή στην στροφή των γραναζιών.

ΞέΡΕις πως η άνεση και η πίκρα δεν έχουν καμία σχέση μεταξύ τους? Νομίζω πως η κίνηση είναι η -λογία της μοίρας και η εξέλιξη της πουπουλένιας ασυμμετρίας. Αντίσταση κατά των χορών (και χώρων), η μεγαλύτερη μυσταγωγία χάνεται στην γελοιότητα της, και στο γέλιο της ύπαρξης. Τι δεν υποχωρεί άλλωστε μπροστά του? Και το μόνο που τελικά βρίσκω οτι μπορώ να κάνω είναι να ζεσταθώ με γαλάζιο και να ακούσω κάτι γνωστό να χορεύει, χωρίς να νοιάζεται την κινησεολογία που όλοι φοβούνται. Την συμπαθώ νομίζω. Πολύ.

Δε νομίζω να ενοχλήθηκε η έκταση της, άλλωστε δεν βρίσκω τίποτε το σπουδαίο για να συνεχίσω, ίσως και να πέρασα το μήνυμα, ίσως και να έμεινε φευγαλέο και μπλέ, φλεγόμενο με ήρεμο καύσιμο την ευκαιρία για ακόμα μια ερώτηση γεμάτη αφέλεια και την επικίνδυνη, ξεχειλίζουσα ασφάλεια του νομίζω.

Thursday, September 18, 2008

Η Βροχή απο Κάτω




















Νομίζω είναι μια κατηγορία δίσκων που είναι τόσο προσωπικοί, στον ήχο τους, στο concept τους, που γίνεται προσωπική υπόθεση και για τον ακροατή, και εν τέλει τόσο θα αγαπηθούν όσο θα αγνοηθούν. Το "Βροχή απο Κάτω" δεν αποτελεί για μένα απλά έναν τέτοιο δίσκο... Είναι κάτι στον οποίο είναι μέσα ενσωματωμένη η απόλυτη βύθιση στην ανατομία της ψυχής του ίδιου του Θανάση Παπακωνσταντίνου που καταλήγει να είναι η ίδια η εμβάθυνση με τον δικό μου εαυτό, είναι το πάντρεμα της παράνοιας με την ιδιοφυία, της μουσικής αποδόμησης με την ουσία της, η αντιεμπορικότητα κάποιου που δεν έχει να αποδείξει σε κανέναν τίποτα και έτσι απλά το κάνει, το ηχοτόπιο της ψυχικής απομόνωσης που βιώνει ένας άνθρωπος, πολύ περισσότερο ο (όπως έχει δείξει τουλάχιστον) ήδη εσωστρεφής Θ.Π..

Εισαγωγή: Κάψιμο. Όπως πρέπει για να σε μπάσει στο κλίμα. Σαν να σου λέει "Δεν πρόκειται να ακούσεις αυτόν τον δίσκο όπως πας, μην περιμένεις μελωδίες, λογική, χιούμορ. Απλά βούτα μέσα σου και μην περιμένεις να βγείς πουθενα". Ένας μηχανικός "Άι Βασίλης made in China" τραγουδάει απο πίσω την μόνη "μουσική", που αντηχεί παραμορφωμένη κάπου, στο βάθος - και που είσαι ακόμα!

Αμέσως μετά την απαγγελία των μινιμαλιστικών στίχων, απο τους πρώτους ήχους του "Βάλια Κάλντα" κάτι με ωθεί κατ' ευθείαν στο απόλυτο σκοτεινό trip. Ίσως οι πρώτοι ήχοι που μοιάζουν να είναι μια διαστρεβλωμένη εκδοχή της πραγματικότητας, κάτι που φαινομενικά είναι αναγνωρίσιμο αλλά τελικά δεν αντιστοιχούνται σε ήχους που ακούς γύρω σου, σαν να προσθέτει καινούρια φαινόμενα και όντα σε αυτά που ξέρεις ήδη. Γίνομαι γραφικός? Πραγματικά αυτή την αίσθηση μου δίνει. Στο καπάκι τα πιο χαμηλά φωνητικά που κάνει ποτέ ο Παπακωνσταντίνου σε συνδυασμό με τον τόνο του, την φαλτσαδούρα του και το οτι δεν τραγουδάει κανείς άλλος στον δίσκο επιβεβαιώνει για μένα την εσωστρέφεια που αναδύει αυτό το σύνολο.

Ειλικρινά δεν έχω αρκετά λόγια για τις ενορχηστρώσεις οι οποίες ξεπερνούν κάθε όριο σίγουρα όσης ελληνικής μουσικής έχω ακούσει, ίσως συγκρινόμενες μόνο με το "Ανάσες Των Λύκων" (παρεπιπτόντως ο Βελιώτης συμμετέχει και εδώ), αλλά και πάλι σε σχέση με αυτό φτάνει σε άλλα ύψη η πολυπλοκότητα και η εξωφρενική διαλογή των samples (ναι, samples! o δίσκος είναι κατα συντριπτική πλειοψηφία ηλεκτρονικός) απο οπερατικά φωνητικά, φάλτσα πιάνο, τελάληδες, απαγγελίες ποιημάτων (Ο Σκύλος Των Άστρων), τα παιδιά του Θ.Π. και το πιο τρελό τελικά είναι οτι δένουν ανατριχιαστικά και διεστραμμένα καλά. Σαν να δημιουργείται μια νέα σύνδεση μεταξύ πράγματων που ποτέ δεν θα μπορούσαν και δεν θα έπρεπε να μπορούν να σχετίζονται.

Οι στίχοι είναι ακόμα πιο μυστικιστικοί απ' ότι συνήθως και ψιθυρίζουν αλήθειες που αγγίζουν χορδές πολύ, πολύ μέσα και βαθειά. Είτε γραμμένοι απο τον ίδιο, είτε απο άλλους που μίλησαν πρίν απο και μέσα απο αυτόν, απαγγέλονται, ψέλνονται, ψιθυρίζονται, ή μπλέκονται ακρωτηριασμένοι απο φίλτρα μέσα στο χάος των κομματιών για να τους προσέξεις σε μελλοντική ακρόαση ή ακόμα και καθόλου.

Το γενικότερο αίσθημα outro που παίρνω ξεκινώντας με το "O Satie στην Χιμάρα", για μένα λειτουργεί ως ένα είδος ηρεμίας μετά την καταιγίδα, κατευνάζει με μια δόση απο το μούδιασμα της "μετα-μέθης", μετά τον ψυχαναγκασμό και την συγκρατημένη βιαιότητα κομματιών όπως "Το όνειρο της σκιάς". Σαν να φτάνεις σε κάτι λίγο πιο φωτεινό, σε κάποιο σημείο που δεν είναι όλα μια ατελείωτη και ανεξέλεγκτη ροή. Γεύση απο ανήσυχο ύπνο, ίσως. Και την ευκαιρία να βάλεις λίγο σε σειρά όσα ένιωσες σκάβοντας.


1 Ό,τι δεν μπόρεσε
2 Βάλια Κάλντα
3 Ο σκύλος των άστρων
4 Ορυχεία
5 Άϋπνη πόλη
6 Μου ‘κλασες τ’ αρχίδια κύριε Μοίραρχε
7 Sara
8 Η βροχή από κάτω
9 Το όνειρο της σκιάς
10 Τα μολύβια
11 Ο Tselnikas
12 Ο Satie στη Χιμάρα
13 Τώρα τέλος
14 ...κι άλλη Άυπνη πόλη

Friday, September 12, 2008

Void

Περίεργη αίσθηση. Σαν να περπατάς πάνω στα συντρίμμια που καιρό πρίν ήδη ήταν έτσι, στο έδαφος, ίσως και να κάπνιζαν. Και με τον καιρό, χωρίς να είναι απαραίτητα πολύς, συνέχισαν να γίνονται μικρότερα κομμάτια, η άμορφη μάζα απο κάτι που δεν έχει σημασία πια τι ήταν.

Οι εφιάλτες που σφραγίζουν μέσα σου το άγγιγμα το βράδυ, οι μόνοι άστεγοι κάτοικοι του ημιυπογείου και η σημασία των λέξεων που όπως πάντα χάθηκε στην πορεία. Λάθος σφιγμομετρήσεις, βεβιασμένες απαντήσεις και το φάλτσο βιολί που ακούγεται απο ένα κρυφό μέρος του εγκεφάλου σου που διοργανώνονται συμφωνίες σε πι δίεση μινόρε*

Ξεθάβω διάφορα κείμενα, μερικά είναι αστεία και απλοϊκά, πέφτω πάνω σε δύο που μου θυμίζουν κάτι πολύ έντονα, είμαι σίγουρος οτι υπήρξαν παραπάνω απο αυτό, οτι τα έχω δεί ολοκληρωμένα. Αφού ψάχνω λίγο, χαμογελάω γιατί θυμήθηκα πως τα έχω χαρίσει. Το ένα σε σένα (είναι ενδιαφέρον πως η αντωνυμία αυτή για μένα έχει χάσει πια οριστικά την αρχική της λειτουργία και δεν υπάρχει μάλλον κανένα νόημα μετά απο κάποιο καιρό, απλά καταλήγει να αντιπροσωπεύει μια έννοια, μια φαντασίωση, παρά κάποιο πρόσωπο. Άσχετα αν φυσικά γράφεται κάθε φορά για κάποιο συγκεκριμένα.), και με μια δόση ευγενικής πικρίας δοκιμάζω να ανακαλέσω λίγο περισσότερο... Μάλιστα. Παρατηρώ με περίσσια ηρεμία -λίγο απο την ηρεμία των 3:00 το πρωί- την συγχρονικότητα και την προοικονομία που φυσικά ανθυποβάλλομαι να δώ πίσω απο προτάσεις.


Ένας απο τους χίλιους ειρμούς με εκλιπαρεί να σταματήσω, διότι κάθε κίνητρο είχε χαθεί απο το γκρρρρραουνγκ της πένας πάνω στις φωνητικές μου χορδές. Εγώ όμως δεν πιστεύω σε τέτοιου είδυς θάνατο -όχι πάντα τουλάχιστον. Είναι απίστευτη η ροή του εκκεντρισμού, η χημεία και τα


Βασικά είναι κάτι που δεν έχω αποφασίσει πώς νιώθω για αυτό, και πολλές φορές το αρνούμαι γιατί θέλω να πιστεύω οτι ζώ κάτι αληθινό. Μπορεί να κατάφερες εκείνη την στιγμή να αποδείξεις οτι ο ουρανός δεν είναι μπλέ και οτι τίποτα δεν είναι, ακόμα και όταν υπάρχει, αλλά ξέρω πως ό,τι και να πείς, για ό,τι και αν πείσεις, ξέρω πως δεν τρελάθηκα ακόμα. Παρ' όλα αυτά μπορεί και να είχες δίκιο οτι θέλω να ζω σε παραμύθια. Βασικά τις τελευταίες μέρες τις περνώ αποφασίζοντας αν αυτό είναι κάτι που με εξυπηρετεί ή όχι, και τι θα πεί το να μην ζώ σε παραμύθι και τι αποτέλεσμα θα έχει αυτό, εφ' όσον φυσικά όλο αυτό ορίζεται ως παραμύθι. Καμιά ιδέα? Γιατί εγώ μόνο μιζέρια βλέπω αλλιώς. Μπορεί φυσικά εγώ να είμαι ο μίζερος, δεν ξέρω.

Υποτίθεται πως οι μηχανικοί ήχoι απο Θ και Ι (χωρίς τελείες) θα με άφηναν να βγάλω απο μέσα μου τα σκουλίκια που με κατατρώνε: και ας με τιμωρήσουν που δεν διάλεξα άλλη καλύτερη μέρα. Το νόημα πολύ συχνά γιουχάρεται διότι η αναπάντεχη θλίψη -συνείδηση, ίσως- που φέρνει δεν είναι για στομάχια ελαφριά. Ούτε η θεωρία πως η γή αγγίζει τον ουρανό απλώνοντας το χέρι. (ή ωκεανό ήθελα να γράψω?)

Βασικά δεν είπα ακόμα τι είναι αυτό για το οποίο δεν έχω αποφασίσει πως νιώθω. Είναι πολύ απλά το γεγονός οτι σε έναν χρόνο όλα αυτά θα είναι αστεία σχεδόν, και δεν θα έχουν καμία σημασία. Και όμως έγιναν, και ήταν τόσο αληθινά και είχαν διαστάσεις, μάζα, βάρος όταν έγιναν. Δεν ξέρω αν αυτό κάνει το πέσιμο πιο ελαφρύ ή πιο βαρύ - μερικές φορές απλά νομίζω οτι με κάνω να πέφτω πιο δυνατά για να με πείσω οτι όλα αυτά έχουν σημασία και είναι αλήθεια. Ό,τι γαμημένο πια και αν αντιπροσωπεύει αυτή η λέξη. Γιατί νομίζω η πιο συνηθισμένη φράση που μου καρφώνεται εδώ και καιρό είναι οτι δεν ξέρω τι είναι αληθινό πια. Ιδίως όταν σκέφτομαι πράγματα που ειπώθηκαν και τότε ήταν συναισθησία, ήταν χρώμα απο ήχους που αιωρούνταν και με γέμιζαν με κάτι που είχα ανάγκη, τώρα σποραδικές φράσεις σε κάποιες ξεχασμένες αναμνήσεις ή άλλων ειδών μνήμες.

Γλιστράς μέσα απο θαμμένα βλέμματα μιας ατέλειωτης πεδιάδας. Μέσα απο άυλες και τόσο υπαρκτές αναμνήσεις, απο στέπες εικόνων, απο βροχές με σταυροδρόμια και επαναλαμβανόμενες εικόνες. Μέσα απο τελευταίες λέξεις και τις πιο απεγνωσμένες των προσπαθειών να πείσεις τον εαυτό σου για αυτά που πάντοτε ήταν, ό,τι ποτέ δεν παραδέχτηκες.

Κρίμα, ήταν ωραίο κείμενο. Απο αυτά που δεν πιέζεις να βγούνε. Δεν ξέρω τι θα απογίνει, μάλλον θα σαπίσει κάπου μαζί με την θήκη και εν τέλει να χαθεί.


Περιμένοντας έναν τριψήφιο αριθμό συχνά μπαίνω στο δίλημμα: έχουμε αξιοπρέπεια σε αυτόν τον κόσμο, ένα μικρό θραύσμα έστω του τι υπήρξε πρίν απο το μπουρδέλο αυτό και τους ραγισμένους καθρέφτες που συνεχίζουν να κοιτάνε τρομαγμένοι ο ένας τον άλλον: είναι ό,τι είχαμε ποτέ - και δεν έχει όνομα. Και ενώ τα όνειρά μου τραγουδάνε εγώ γρυλίζω, διπλώνουν και εγώ ξετυλίγομαι γυμνός, με παραμορφωμένο γέλιο, νύχια και διάθεση να τεμαχίσω.

----------------------------------

*όταν τα σκουλίκια κατατρώνε τον εγκέφαλο, ακούγεται η φάλτσα συμφωνία τους σε πι δίεση μινόρε. Πού και πού, αφαιρούμαι και τραγουδάω στον ρυθμό. Χίλια σφυριά που κοπανάνε δόντια. Χίλια σφυριά που λιώνουν κρανία. Δέκα χιλιάδες λέξεις που μπορούν να κάνουν την ίδια δουλειά χωρίς κόπο και αίμα.