Wednesday, September 26, 2012

κάποτε

Θάβοντας τιμή στην κάννη ενός όπλου βρίσκεσαι αντιμέτωπος με δύο ερωτήματα. Το ένα κλαδεύει κεφάλια - το άλλο σημαδεύει σε ζεστές αγκαλιές. Η ιδέα οτι η πραγματικότητα είναι πλαστή ευφυώς δημιουργεί υποερωτήματα και πίνακες ασφαλείας. Και όταν τρέχω να σωθώ από ένα φιλικό άγγιγμα βυθίζομαι στην απύθμενη σέπια, χλωρά κλαδιά που προσφέρουν ασφάλεια για την πτώση και μια λεύκα στο δωμάτιο του μωρού.

Ο δρόμος περιτυλίγεται στις φλόγες, τρέχω για να σώσω ό,τι έμεινε από μια προοπτική παλιά. Σκονισμένη όσο η υγρή σου καλοσύνη. Υδράργυρος που τρέχει σε δοχεία και έπειτα ξαναγυρίζει ουρλιάζοντας στα τοιχώματα. Ραγίζοντας ξέρεις τι σημαίνει. Πολλά ραγίζουν όταν πέφτουν. Πολλά κομμάτια σε πολλά πατώματα σκακιέρες. Πολλά χέρια που μαζεύουνε στα αίματα τα γυαλιά. Και πολλά χείλη που τα φιλάνε ευλαβικά ανοίγοντας σχισμές και ράμματα στα πλευρά τους. Δύο αριστερά, τρία δεξιά - η μαγική συνταγή του πόνου που λατρεύεις. Και ένα ανοιγμένο άκρο με τρυφερότητα.

Ξεχνιέμαι σε ασφυκτική πίεση ενώ ένας κόσμος στρομβυλίζεται σε 100 κομμάτια μιας καταιγίδας που ξέσπασε σε αυγουστιάτικη μέρα. Μικρές αρθρώσεις τρέχουν να σωθούν από την Εγνατία Οδό. Ο θεούλης βυθίστηκε σε πλήξη και βρωμάει ψαρίλα. Η τύχη δουλεύει ενώ ο εγκέφαλος κοιμάται σε παπλώματα χωρίς έδαφος. Ποτισμένο, αναδύει μούχλα και σουπιά από κατεστραμμένα λύκνα. Πέθανες και τρελάθηκες στην άβυσσο της ημέρας. Γλυκά πεθαίνω στην μαγική απόλαυση της φύσεως. Ταύτιση, όχι μεγάλη τρέχει για να συναντήσει εκατοντάδες πιόνια που θα σκοτωνόντουσαν έτσι και αλλιώς στην βάφτιση. Σοπενάουερ είπες. Καλώς την.

Καπνοί αναδύονται από εγκοπές και λέξεις. Ήρθα, είπες. Οι τρίχες μου ορθώθηκαν σαν να άνοιξα το στόμα για να σκίσω χορδές. Άπειρα σπίτια σε μια σειρά από οδούς με φωτογραφίες Σελήνης. Ξεσπάσματα αγαθοσύνης για δυσνόητους λεπρούς. Με φτερά και λέπια στο πλάι. Εκεί που κανονικά είναι η άρνηση. Καλησπέρα.

Ορθώνεσαι σαν νύχτα. Επισκιάζεις κουνημένα πρόσωπα. Καλύπτεις με βογγητά τις φαντασιώσεις των γύρω επισκεπτών. Σε ουρές. Σε μάζες. Σε κύματα. Κυνηγάς μέχρι εξαφάνισης αυτούς που σε κοιτάνε με σάλια που στάζουν και με μάτια που έχουν πελώριο, γουρλωμένο άσπρο.

Σαφώς και ήταν. Σαφώς και δεν γδύθηκα - ψάχνοντας την Τυφλίδα μου συχνά βρίσκομαι σε λάθος στροφές. Όπως φωτίζουν τα έντομα. Όπως υπακούνε οι πνιγμοί.  Όπως διψάνε οι φτωχοί. Όπως σαπίζουνε οι άνεμοι. Όπως αναπνέουν τα ήρεμα. Όπως αδυνατίζουν οι ακέφαλοι. Όπως πνίγονται τα πλοία σου. Όπως δίνονται σε χίλιες πουτάνες οι μέρες σου. Όπως αμύνονται οι λυσσασμένοι. Κοίτα και λίγο αριστερά δεξιά. Βλέπεις τι χάνεις?

Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ  Τ

Με ποιόν γελάς τώρα?

Monday, August 20, 2012

φυγή

Έχοντας χάσει κάθε ελπίδα για το αλισβερίσι, σταματώ κοιτώντας ψηλά σύννεφα και εποχές να στρομβιλίζονται. Μέσα στην ησυχία της μεσημεριάτικης απομόνωσης το μόνο που προλαβαίνω να αντιληφθώ είναι οι δρόμοι που με καλούν να αποχωρήσω, να οδηγηθώ σε πενήντα ξημερώματα και σε εβένινα ηλιοβασιλέματα ανήλεων ερήμων. Μέρη που δεν έχει πατήσει κανείς από τότε που οι καρδιές τους ράγισαν και τις τοποθέτησαν ευγενικά σε ένα σεντούκι, με ένα χαμόγελο που δυσκολευόντουσαν να σχηματίσουν από τον πόνο και τις κακουχίες.

Η επιστροφή φαντάζει εύκολη - ωστόσο πριν προλάβω να αντιδράσω αποκοιμήθηκα σε ακτές και σε όχθες ποταμών που είχα αγαπήσει και κλάψει. Τα βήματά μου ακολουθούν εμένα ή εγώ τα βήματα, προχωράω προς ένα μεγάλο άγνωστο και αυτό με χαιρετάει κάπου που δεν μπορώ να το δω και πότε άλλωστε μπορώ να το αγαπήσω όταν δεν ξέρω τι θα μου δώσει και πόσο θα το σιχαθώ?

Έλεγα οτι η ιδιότητα του να νιώθεις την ηλικία σου στους ώμους δίνει ξεχασμένες αναμνήσεις και ιδιότητες καμμένες σε σκληρές απαντήσεις. Θυρωρός στο πεζοδρόμιο που πρόσεχα, ξεγελάστηκα από τις αιτίες και τα αιτιατά, οι περίπλοκοι γλωσσικοί συνδυασμοί με άφησαν ανάπηρο σε επίπεδο που δεν το θυμάμαι, τέσσερα τετράγωνα με ακολουθούν σε ρυθμούς παλιών τραγουδιών. Παλινδρομώ με ώμους σκυφτούς. Και αναρωτιέμαι μέχρι πότε η άδικη σύγκριση θα πάρει τέλος και θα ταξιδέψει σε ακτές χωρίς ανθρώπους. Με μόνο την άμμο και την παλίρροια για παρέα σε αφωνία.


Περπατάω μόνος σε μεγάλους δρόμους και σε τεράστιες λεωφόρους. Προσπαθώντας να θυμηθώ τι ήταν αυτό που με είχε κάνει να γελάσω και τι ήταν αυτό που με είχε αγκαλιάσει μέχρι το τέλος της ύπαρξής μου και με είχε τυλίξει σε ένα τέλειο καταφύγιο όπου περίμενα νωχελικά και όμορφα κάτι που είχα ξεχάσει πια τι είναι.



Monday, July 23, 2012

κύκλοι

Ανοίγω τα μάτια μου σε έναν κύλινδρο που με περιτριγυρίζει. Αφαιρώντας παραμέτρους, ο κύλινδρος στέκει, χωρίς κίνηση αλλά και χωρίς άνοιγμα. Και υποννοεί οτι αυτό είναι απειλή. Οτι με μια λάθος κίνηση θα βρεθώ τυλιγμένος από το βολικό του περίβλημα ενώ αυτό μου σπάει κόκκαλα και με φτιάχνει καθ' εικόνα και καθ' ομοίωσή του. Ένα καλούπι που δομεί ψυχρότητα. Που δομεί αδιαφορία. Που δομεί φόβο για το μέσα και για το έξω. Να μιλήσω ή θα βεβηλώσω? Να σιωπήσω ή θα λείψω την στιγμή που χρειάζεται?

Κύκλοι περιτριγυρίζουν εκτάσεις. Μέχρι εκεί που μπορώ να δω. Μέχρι εκεί που θυμάμαι και δεν έχει συμβεί ακόμα - προεκτάσεις στον χρόνο, προεκτάσεις στον χώρο. Και μπλέκονται σε ένα τεράστιο παραμορφωμένο λουλούδι της ζωής. Αλλά λειτουργεί αντίθετα. Απομακρύνει, αποδομεί, παραλύει, τεμαχίζει, παραμορφώνει, διαμελίζει. Η λειτουργία τους είναι απλή. Το καθένα έχει ένα γεγονός σε τροχιά. Όταν αυτή η τροχιά φτάσει στη μεριά σου, στη κατεύθυνση και στο χρονικό σου σημείο το γεγονός επαναλαμβάνεται. Και άλλες φορές ψιθυρίζει οτι εδώ είναι, έφτασε, το νιώθεις? Άλλες φορές ουρλιάζει κλείνοντας τον δρόμο για ό,τι σε κάνει άνθρωπο.

Εκτάρια από γκρί έντομα καταπίνουν τον μίτο της Αριάδνης μου ενώ κόκκαλα ξεπετάγονται από σημεία που δεν ανήκουν μεγαλώνοντας αδιάκοπα. Κύκλοι από κόκκινο που ξερνάνε μαύρη λασπωμένη μελάσα σε κομματάκια χάνονται στη διαδρομή από πέτρες. Η χλωροφύλλη δεν είναι πια για παιδιά, διδάσκει μόνο την άπραγη αποστασιοποίηση. Τον άπραγο σαδισμό. Το βιολετί γίνεται επικίνδυνο για την υγεία και την ειλικρίνεια. Δεν έχω άλλους ανθρώπους που να μιλήσω για την άδειά μου αφού άνοιξαν διάπλατα, παραμορφωμένα τα στόματά τους μέσα σε μια νύχτα και κοιμήθηκαν σε λήθαργο. Γαργάρες από βιτριόλι είναι πια καθημερινή θεραπεία για την μηνιγγίτιδα. Και από εδώ και πέρα, μόνο υπόγεια τούνελ και διάδρομοι με άρρωστα φώτα.

Χρειάζεται να πάρω σκάλα. Χρειάζεται να ανέβω σε οροφή από μαλακή στάχτη και να καλέσω αγγέλους. Σε ισόγεια μαζεύονται μόνο νεκροί πια. Στους δεύτερους ορόφους τρώνε μέχρι να ουρλιάξουν σαν λύκοι. Και όσοι κάθονται σε παγκάκια δεν θα κοιμηθούν ποτέ ξανά. Ζητάω να πάρω ανάσα και ας είναι παγωμένος ο αέρας - τον νιώθω πιο καθαρό έτσι. Χρειάζομαι και άλλο ύψος. Και άλλο χιόνι να με διαπερνά σε διαδρομές που δημιουργώ στο μυαλό μου. (Δεν είναι στην πραγματικότητα τόσο δύσκολο. Δεν είναι παρά ροές νευρώνων.) Και άλλοι τόποι με καλούν ξανά. Ανάσα γαμώ το κερατό μου. Ανάσα μέχρι να πονέσω στα πνευμόνια μου. Ανάσα μέχρι να δω τον κύλινδρο να ραγίζει. Ανάσα μέχρι να εξορκίσω αυτό που με σφίγγει στα πλευρά και στην καρδιά.

Ανάσα μέχρι να δω εμένα, μόνο εμένα. Και εσένα. Εξέτισα την ποινή μου και δεν χρειάζομαι άλλους κυλίνδρους.


Thursday, June 7, 2012

χάρτες

Δεν άφησα την ευλογία του παλιού γαλάζιου να με σταματήσει. Δεν σταμάτησα όταν οι άνεμοι με παρακίνησαν σε κινητική αχρωμία και σε ευτυχία πλαστών ορίων. Δεν αναγνώρισα υποβολή σε μικροπρέπειες. Άφησα την ευκαιρία να αγαπήσω την σκουριασμένη κίνηση ενός τεράστιου περίπλοκου μηχανισμού αφαλάτωσης.

Και τίποτα δεν με φέρνει ξανά πίσω στην αιματηρή και άπειρη ανατολή περισσότερο από 16 απλά βήματα. Και όλα σε περιλαμβάνουν. Και όλα με τυλίγουν και με ανασηκώνουν και σε περιπλέκουν και σε αναδομούν, σε απογυμνώνουν από δέρματα παραισθήσεων και κακών εποχών και θανάτων. Η αλήθεια πάντα διαπερνά όλη τη σκέψη και την ελεγεία δαιμόνων και αστερισμών που εκχέουν απομεινάρια ανθρώπων. Πες σε ποιά χωράφια μπορώ να σχηματίσω τις λέξεις για να σε καλέσω και θα σταθώ στη μέση ενός τεράστιου λιβαδιού με ένα δώρο και με το δεξί χέρι στον αριστερό ώμο. Και θα φιλήσω την πρωινή δροσιά και την ελάχιστη απόσταση δύο σωμάτων σε ακινησία. Με τεντωμένα άκρα και στέρνα που κοιτάνε ουρανό.

Δεν άλλαξα την αναπνοή μου για άσθμα με ίσως. Δεν τέντωσα ώχρα για να περνάω άσκοπες μέρες σε καμβάδες με τη μορφή σου μέσα. Βαριανασαίνοντας όμως ξεκινάω πρωινά και μερικές λέξεις που φεύγουν από το στόμα σε ομοφωνία με παλιούς περιπάτους σε αναίμακτους δρόμους.


Αν όλες οι κινήσεις καταγραφόντουσαν ο χάρτης που θα έπαιρνα θα ήταν ο δικός σου.
Αν όλες οι εικόνες εξαφανιζόντουσαν για πιο ζεστά κλίματα θα μετακόμιζα μουρμουρώντας στίχους που τις αποτύπωσαν. Αν τα ραδιόφωνα έπαιζαν στατικό θόρυβο θα έβρισκα τον πιο λευκό για να θυμάμαι σιγοτραγουδώντας. Και αν το περπάτημά μου με βγάλει ποτέ πουθενά, αυτό θα είναι στη δικιά μου, αληθινή Καντάθ. Αυτή που έχει εσένα μέσα.

Sunday, February 19, 2012

ορίζοντες και ωκεανοί

Στο ακρωτήρι που στέκομαι όταν περιμένω τη θάλασσα να με φέρει σε τρυφερούς ανέμους βρίσκω την ξύλινη, θορυβώδη αποβάθρα μου με μια σημείωση που με περίμενε τα χρόνια που έλειπα. Στην σημείωση είναι μια διπλωμένη κάρτα και μέσα στην κάρτα μια ζωγραφιά που την ήξερα χωρίς να την ξέρω και που όταν ξεδιπλώνεται αναβλύζει ασημένιο με χρώματα που αναπνέουν. Και τα σύννεφα στον γκρίζο ουρανό αρχίζουν να κινούνται και τα χλωμά τοπία γίνονται πιο ζεστά. Ξεκινάει να φυσάει· το παλτό μου ανασηκώνεται από τον αέρα και κλείνω τα μάτια μου και ανοίγω το στέρνο μου για να τον αφήσω να εισχωρήσει όπως είχε να κάνει καιρό. Μου αρκεί για να χαμογελάω περιμένοντας.

Κρύβω τη ζωγραφιά στην τσέπη - και όταν και αν, θα την εμφανίσω και θα την έχω για να χαμογελάω συνέχεια.

[Caspar David Friedrich - Wanderer above the Sea of Fog (1818)]

Wednesday, September 21, 2011

Trollvinter

Σήμερα ένιωσα σαν να ήρθε χειμώνας. Και να έφερε κάτι στο οποίο δεν ανήκω. Σαν να μην υπήρξε ποτέ φθινόπωρο. Ένιωσα σαν κάτι να με ταΐζει αναμνήσεις που έχω απωθήσει χωρίς να το ξέρω. Σαν να μου κάθεται ένα μεταλλικό αντικείμενο σφηνωμένο στο στομάχι.

Είναι η πρώτη φορά που δεν θέλω να τελειώσει το καλοκαίρι - και αυτό όχι από κάτι άλλο αλλά από κάποιον φόβο. Οτι σαν μικρό παιδί με φοβίζει το σκοτάδι και δεν θα 'χει πια φως.

Ή, έστω, οτι το σκοτάδι φέτος δεν θα είναι ευπρόσδεκτο.



Wednesday, May 11, 2011

carry me.

Όταν οι εμμονές χτυπάνε κόκκινο, δεν γίνεται δουλειά. Ιδίως όταν αυτές οι εμμονές κυκλοφορούν στον αέρα ανησυχητικά πολύ και για πολύ. Και τα πράγματα γύρω σου είναι σαν μια αδιανόητα μεγάλη μπαρουτοθήκη, με φυτίλια παντού. Βελάκια που οδηγούν από το ένα λήμμα του τεράστιου άρρωστου λεξικού που έχεις στο μυαλό στα ακριβώς ίδια κάθε φορά που έχουν οι τελευταίες σελίδες. Και μυρωδιές που αναδύονται από το πουθενά σε φέρνουν αδιαπραγμάτευτα, ντετερμινιστικά, αδυσώπυτα εκεί που δεν θέλεις να πας.

Και μικρογεγονότα. Και μικρές λέξεις που ψελλίστηκαν κατά λάθος. Ανάγνωση λάθος κειμένων. Ποιά είναι η ενδιάμεση κατάσταση? Πότε θα βρεθώ σε αυτήν?
Προξενώ κακό σε μένα με απανωτά αδιέξοδα από τύψεις επί τύψεων για τα απανωτά αδιέξοδα και για το κακό που προξενώ σε μένα. Και μέρα με τη μέρα νιώθω όλο και πιο ανυπόφορος και απογοητευτικός. Αν υπήρξε βήμα είναι το οτι δεν με ενδιαφέρει πια. Το αποδέχομαι, θες στοϊκά, θες αρμονικά, δεν είμαι σίγουρος. Για ελάχιστα πράγματα είμαι σίγουρος. Η αποφυγή είναι λύση, ή είναι απλά αποφυγή του απαραίτητου? Η αποφυγή της αποφυγής είναι θάρρος να αντιμετωπίσεις αυτά που πρέπει και δυνάμωμα ή είναι η βολική σκέψη για να στήσεις τελικά την εξαιρετική παγίδα στον εαυτό σου που κατασκεύαζες με το ημισφαίριο που τόσο καιρό σφύραγε αδιάφορο? Η αποφυγή της αποφυγής της αποφυγής είναι υπερβολική σκέψη, παράνοια και αν ναι πώς φεύγω από τη γαμιόλα?

Πόσες φορές θα ξεφύγω νοητικά από κάτι μόνο για να δω ξαφνικά την καινούρια πραγματικότητα να εξαφανίζεται και να αντικαθίσταται ξανά από κάτι που αρνιόμουν να δω? Δεν γίνεται να χωράει τόσος θυμός σε τόσο μικρό σώμα. Δεν γίνεται να χωράνε τόσες ανατροπές σε ένα σενάριο πραγματικότητας. Καταντάει αηδία. Καταντάει γελοίο. Καταντάει κατακρημνιστικό. Και ανούσιο. Και σε κάνει καχύποπτο, ψυχρό και απόμακρο. Μια πράξη μου χάνει τη σημασία της αν στους επόμενους 3 μήνες θα σημαίνει κάτι σημειολογικά αντιδιαμετρικό. Νιώθω σαν ένα εύθραστο σύστημα με υπερβολικά πολλές αρχικές συνθήκες. Με υπερβολικά πολλές κρούσεις για να ισορροπήσει. Ή τουλάχιστον, για να ισορροπήσει σύντομα.


Carry me for a little while; carry me for a little while.

Tuesday, March 8, 2011

Эхо

(η εικόνα παρμένη από το http://www.keaggy.com/iluvu/)


Από μικρός θυμάμαι μια σκηνή απο ένα παλιό ρώσικο παιδικό, στο οποίο ένα κοριτσάκι αφού εισχωρήσει στο δάσος, χάνεται, ανήμπορο να βρει τον δρόμο της επιστροφής (ανατριχιαστικά βασισμένο σε άπειρα τέτοια συμβάντα της εποχής). Και παρ' όλο που ήταν απίστευτα καλόκαρδο και είχε -προφανώς- καλό τέλος, μου έμεναν πάντα και για πάντα χαραγμένες αυτές οι στιγμές που το κοριτσάκι τριγυρνούσε απελπισμένα για να βρει κάποιον γνώριμο δρόμο, ενώ παράλληλα φώναζε για να ακουστεί και να ανταποκριθεί κάποιος, από κάπου, μάταια. Και η συγκεριμένη αίσθηση που μου έφερνε μου προκαλούσε έναν απίστευτο σπαραγμό. Αυτή η ιδέα, του βρίσκομαι μόνος σε ένα τεράστιο, ακατοίκητο και ακίνητο δάσος στο οποίο κανείς δεν υπάρχει και τίποτα εκτός απο εμένα. Και ούτε μπορώ να βρω ένα μονοπάτι εξόδου, και το χειρότερο, καμία κραυγή μου για βοήθεια δεν μπορεί να ακουστεί από ανθρώπους που ξέρω οτι είναι κάπου εκεί έξω.

Αυτό νομίζω νιώθω και όταν αισθάνομαι μόνος. Βαθειά, θεριστικά μόνος. Αυτή η κραυγή ψυχής προς κάπου που δεν υπάρχει τίποτα, παρά μόνο ακίνητα τοπία, που δεν φτάνει σε τίποτα που μπορεί να απαντήσει σε αυτήν. Και παραίτηση· θέλω απλά να κάτσω κάπου και να αφήσω ακίνητος, ανέκφραστος την βλάστηση και τις ημέρες να κάνουν τον κύκλο τους ενώ ξεχνιέμαι απο καιρούς και αγκαλιές που άλλοτε με θυμούνταν.


Wednesday, December 1, 2010

τρεις τελευταίοι

1. Λευκή Συμφωνία

Όταν ανασηκωθούν όλα τα φύλλα και οι καλύψεις του σώματος και καταλαγιάσουν στην λευκή τους επιδερμίδα, σαν επιφανειακή τάση και σαν προσευχή ο ήλιος θα σείει πιο αραιά, υπόγεια, έκκεντρα αλλά συμμετρικά τις συχνότητές του. Ο σβέρκος και το κρανίο σου θα γεμίσουν απο υποχθόνιες αναμνήσεις, απο υψίσυχνες πεποιθήσεις, απο χαμηλοπερατά χαμόγελα, απο ζωνοπερατούς κύκλους ζωής και θανάτου - ξέρεις τι εννοώ. Ένα τρεμούλιασμα θα διαπερνά το δέρμα απο την άκρη της σπονδυλικής στήλης, εκείνο το εξόγκωμα στην υπόφυση. Θα διηγείται ιστορίες για ιστορίες του χειμώνα.

Μέσα μου θα επικρατεί η σιωπή του λευκού. Που πλημμυρίζει, ισοπεδώνει τα τελευταία μόρια ανάσας που έκρυβες μέσα μου. Και δεν θα θυμάμαι πια το όνομα του παραμυθιού ή της αγνότητας ή της οριζόντιας αγκαλιάς. Ή της θέσης του αστρικού χάρτη πάνω στην πλάτη σου. Και η ζωή μου θα φέρνει αέρα που σηκώνει με εκείνο τον υπέροχο τρόπο τα μαλλιά και τα στόματα.

Δεν θυμάμαι καλά χαμόγελα που συγκρούονται. Δόντια που τρίβουν επιφανειακά θέλω και όνειρα απο αιθέρα και σύννεφα χρώματα - μέσα απο σκοτάδι ύπαρξης, για τους γύρω ανυπαρξίας.
Καταλήξαμε με συμπληρώματα διατροφής για επιβίωση εγωισμού, αρχών και κουράγιου. Ο εξευτελισμός του άδικου και του κρεμασμένου.
Δεν κάνει να γελάμε με τους λεπρούς γιατί φέρνουν όνειρα κατάνυξης. Νεκρό λεπτό νήμα που πλέον δεν συνδέει και πάλλεται σαν κοφτερή χειρονομία, ευγενική στο σώμα της κιθάρας. Παρανάλωμα του πυρώς, η ιδέα μας ακολούθησε ακόμα και εκεί που δεν την τάξαμε: Είχε συνηθίσει πια να καίει στις καρδιές των σιωπηλών και των νυχτοπαρωρών. Όσων τολμάνε την ανάφλεξη σε τοπία που εξαερώνονται μπροστά στα μάτια όσων δεν συγχωρέθηκαν.

Φαντάσου πρόσωπα που περνάνε δίπλα σου ενώ τα μαλλιά έχουν ήδη σηκωθεί και εξαφανίζονται σαν σε μάζες ζεστού αέρα καβαλώντας μαζί και το δέρμα, και ίσα που προλαβαίνεις να διαβάσεις τις εκφράσεις τους για να σου πουν τα απαραίτητα: Νερό, τροφή και ανατριχίλα. Προμήθειες για την 5η εποχή που παρεμβάλλεται ανάμεσα στις υπάρχουσες. Με βία, με αγάπη και προτάσεις καταστροφής. Και κίτρινα ξεραμένα φύλλα που τυλίγουν όσους θέλουν να κοιμηθούν στον αέρα. Η ευκαιρία, λένε, ο διάβολος να σου κλέψει την ψυχή.

Αυτών που ακολουθούσαν και ακολουθάνε νεκρά μωρά σε οισοφάγους τέφρας και απολιθωμένων θεών. Οι θεοί ξερνάνε χίμαιρες σε φωτεινά σημεία. Τα σημεία φτύνουν Οίστρο σε καταραμένους. Παρατημένους αποχαιρετισμούς στους σκοτεινούς. Μια γουλιά απλώματος φωτός σε μετάξι. Ταξίδια σε νεκρές πολιτείες που ανακλούν τα μάτια σου. Νεκροπόλεις σε ντουλάπια και σε κεφάλια. Κόκκαλα σε υπάκουους, τρωτότητα στους αδύναμους.

Δες την κορυφή του δοντιού, δες τον πνιγμό της αλήθειας στο να λες απαράδεκτες προφητείες.ένα λουλούδι που το λένε μιμόζα και μιμείται τον θάνατο, πόρτες που ανοίγουν καρφώνοντας όποιον καθόταν κολλητά με αγωνία ή οπισθοδρομούσε απο φόβο.



2. Stand for the Fire Demon / Mantra

Κάθεσαι στην κορυφή ενός λόφου, χειμώνες και βουνά αργότερα. Και ο άνεμος καλύπτει χιλιομετρικές αποστάσεις για να φτάσει στην καρδιά μου και στην καρδιά του χειμώνα.

Ανοίγει φως και φορώντας το ίδιο που έγινε ένα με την συνείδηση και σκέψη μου κατευθύνεσαι προς το τέλος. Με φόβο να χαμογελάσεις και με φόβο να αξιωθείς και να σηκώσεις το βάρος που σου αναλογεί. Και ας είναι ελαφρύτερο απο το χθεσινό. Και ας υπόσχεσαι να μην αγγίξεις τα γόνατα με τα χέρια σου και τον ουρανό ή την ασημένια ανάκλαση της πάνω στα νερά της λίμνης.
Άσπρα πουλιά φτύνουν φτερά για την αιωνιότητά σου. Κάποιος ξερίζωσε ήλιο απο τον λαιμό του και τον κρατάει ψηλά για να σε φωτίζει. Άλλος φλέγεται κοιτώντας έδαφος και άλλος αρνείται να κατέβει.


[...] Ολοκληρώνω κατηγορίες. Ξεστομίζω τις φωτιές που με καταπίνουν από μέσα. Σε ελευθερώνω μακριά σαν πουλιά που σπάνε σε χίλια φτερουγίσματα πάνω απο ανθισμένο ουρανό και 76 αγκαλιές απο αέρα, 11 περισσότερες απο τις δικές μου.

Το καραβόσκοινο που πήγε να με πνίξει δεν με κρατάει άλλο και θέλω να σπάσω τα λόγια σου σε μικρές συλλαβές που δεν φθονούνε ή αρνούνται θεία παρουσία και σκότος.
Σκοπός μου δεν είναι πια συγχώρεση. Είναι το χαμόγελο που ξέρω να έχω. Και το οποίο αγαπώ και βάζω κοιτώντας στην καρδιά και πετώντας απο χίλιους ουρανούς και με δυο μαδημένα φτερά στο σούρουπο. Και το άλλο ακολουθεί: Εξανεμίζομαι στην μυρωδιά του είναι και οι αναμνήσεις είναι όμορφα αντικείμενα του δωματίου μου.

Δώρα χωρίς γιορτή αέρας χωρίς τροφή σκάγια χωρίς κυνηγό, πηδώ ανάμεσά σας αγάπες μου, και αγκαλιάζω ψηλά και το κεφάλι της. Χωρίς να έχω πεθάνει. Χωρίς να μασουλώ τενόρους απο χίλιες εποχές χολής. Τα βιολιά της μπαίνουν και με κινήσεις λεπτές όσο ένα έντομο που προσεύχεται σκουπίζουν σύννεφα και ενοχές, ραγίζουν άδικα καρδιές και λεπταίνουν απαλά το δέρμα και χαρίζουν δροσερή αναπνοή (υπόσχονται ελαφρύ ύπνο). Στα λόγια του ανέμου μην προσεύχεσαι άλλο, δεν ξαναγυρίζω σε αρχέγονες τροφές στο στομάχι μου επικρατεί χάος και μεντεσέδες κλείνουν ερμητικά τις πόρτες της ζωής μου. Τις ανοίγω μία μια απο αυτές είσαι και εσύ.

Τα βιολιά της μπαίνουν και με κινήσεις λεπτές όσο ένα έντομο που προσεύχεται σκουπίζουν σύννεφα και ενοχές. Δώσε δύναμη να σηκωθώ, δώσε μου καρφιά να βγάλω και χαμόγελο να αντέχω και να αντέχει σε χρόνο και πόνο και ύπνο μαύρο.

Θυμάμαι την συζήτηση που είχαμε και μου είπες μυστικά που έβλεπες και ήξερες. Και σε αγάπησα και άλλο. Και σε ερωτεύτηκα, ίσως.
Και τελικά μου είπες τα λάθη μου και ίσως σου είπα τα δικά σου, τα δικά μου όσα είναι τα δικά σου όσα είναι και βρίσκονται μόνο στο κεφάλι και στην καρδιά και στο πίσω μέρος σου. Και όταν μου ζήτησες να φύγω απο το δωμάτιο, πέθανα λιγάκι μέσα μου. Όχι ξανά και σε ευχαριστώ για αυτό.
Ύπαρξη της ζωής μου μεγάλη προστάτευσέ με απο απληστία και κακία άλλη. Και γλυκό νερό απο ρυάκια σε χρυσό απο πέτρες στο βυθό και απο τα μαλλιά σου. Μέσα στα μεγάλα μυστικά βρίσκονται οι πιο μεγάλοι σκλάβοι. Αναπνέω έξω απο αυτά και δεν τα θέλω. Και δεν θέλω ούτε απέραντο κενό. Θέλω χρώματα και ηλεκτρισμό και μουσική και ήχους και αγάπη και προφητεία και ουτοπία και αλήθεια και κύματα να ταξιδεύουν απο μέσα μου στον πιο μεγάλο ήλιο, αυτήν που αγαπώ. Και αγάπη αληθινή σε άνθρωπο αληθινό και φωτεινό και πολύχρωμο. Σε αγαπάω. Με αγαπάω. Με φιλάω με αγκαλιάζω, φτου και βγαίνω.

Friday, September 24, 2010