Πάντα έτσι είναι. Πάντα έτσι είναι. Απολήξεις νεύρων καυτηριασμένες, έχουν παίξει τον ρόλο τους, έχει τελειώσει το σκηνικό, η ιστορία. Τελικά πόσα πράγματα σου μένουν, πόσα είναι αληθινά? Αφήνεις πίσω σου αναλογικές μνήμες, δηλαδή άπειρης διάρκειας, παρ' όλο που ανήκουν σε πεπερασμένο χρόνο. Άπειρη διάρκεια, άπειρη διασπορά, άπειρη αλήθεια, άπειρες στιγμές.
Πάντα έτσι είναι. Μένει ένα χαμόγελο αχνό που παλεύεις και ορκίζεσαι οτι είναι αληθινό και απο μέσα σου, και θα έκανες τα πάντα για να το αποδείξεις, για εσένα μάλλον εν τέλει περισσότερο απο ο,τι για τους άλλους. Είναι αλήθεια, είναι αλήθεια, είναι αλήθεια, είναι...... ψυχαναγκαστικές σκέψεις με γεμίζουν και δεν με αφήνουν να κοιτάξω αυτό που βλέπω μπροστά μου, είμαι σε άλλον κόσμο και ακούω κάθε λέξη της παράστασης, που κρύβει απο πίσω άλλη μια λέξη που λέει μια άλλη ιστορία παράλληλα, την δικιά μου, κάθε κίνηση αποκαλύπτει μια άλλη κίνηση που ξέρω, που γνωρίζω βασανιστικά καλά, εγώ την ανάγκασα να βγεί και να φανερωθεί... Το σύρσιμο της καρέκλας = το σύρσιμο αγκιστριού πάνω στο δέρμα, το άγγιγμα και η έλξη = το μεταλλικό, αηδιαστικό ψιθύρισμα της μοναξιάς μου, οι διάλογοι και η απαγγελία = οι συνεχείς φωνές που με σκαλίζουν και με πλάθουν αηδιαστικά τέλειο.
Πάντα έτσι είναι. Και όταν ακούς πλέον τα χνάρια της σκουριάς να σέρνονται απο πίσω, αυξάνεις ταχύτητα και δεν τολμάς να κοιτάξεις πίσω - γιατί ξέρεις οτι θα δείς αυτά που σε κυνηγάνε, που τα βάζεις εσύ ο ίδιος να καραδοκούν πίσω απο εκεί που ξέρεις, και πρίν στρίψεις στην αναπόφευκτη γωνία που σε περιμένουν νιώθεις ήδη τις ανάσες τους στην φάτσα σου που παλεύει να κοιτά σε άλλη κατεύθυνση.
Πάντα έτσι είναι. Ο τρόμος του να αφήνεις, ελεύθερα, γιατί λές πώς φοβάσαι για να την πάρτη του, αλλά στην πραγματικότητα μόνο για την πάρτη σου σκέφτεσαι γιατί φοβάσαι να μείνεις χωρίς αυτό και την αλλαγή που θα έρθει. ("-What was that word that lets you know time is happening? -Change. -Oh. I was afraid of that.") Φοβόμαστε κάθε αλλαγή, φοβόμαστε να χάσουμε πράγματα μοναδικά που αγαπάμε, και εν τέλει ίσως για αυτό και να τα χάνουμε.
Ψάχνω και ελπίζω να βρώ την δύναμη να αφήσω οριστικά και με αγάπη όσα είναι να αφήσω και όσα θα αναγκαστώ να αφήσω. Και αν ποτέ έκανα ο,τιδήποτε σε κάποιον, ασήμαντο ή σημαντικό, λυπηρό ή κακό, ζητώ συγνώμη, δεν το ήθελα. Ό,τι υπάρχει στην καρδιά μου και το αγαπώ δεν αλλάζει και αφήνει πάντα εκεί ό,τι πιο όμορφο μου δώθηκε απο αυτό, και μακάρι να μπορούσα να δώσω με κάποια αίσθηση, οπτική, ακουστική, οποιαδήποτε αυτό που νιώθω - αν υπάρχει και αν υπήρξε ποτέ.
Monday, May 5, 2008
Saturday, March 15, 2008
Dreamstream
Χθές το βράδυ ονειρεύτηκα πολλά, έναν πανικό απο πρόσωπα, πληροφορίες, αναμνήσεις, θέλω, απορίες και φλεγόμενες εμμονές. Και όπως πάντα, ελάχιστα έμειναν, μόνο η ηχώ απο τους οπτικούς θορύβους που άφησαν αποτυπωμένους σε χαρτιά που πασχίζω να μαζέψω και βρίσκω περπατώντας ξύπνιος.
Πάντα έτσι θυμάμαι τα θραύσματα, περπατώντας, να άλλος ένας λόγος.
Ονειρεύτηκα πως βρήκα το όνειρο που αποθηκεύονται ή εμείς αντλούμε τις μελωδίες που ακούμε όταν κοιμόμαστε και μετά τις ξεχνάμε... Λάθος, ονειρεύτηκα τον λόγο που τις ακούμε, νομίζω πως είχε σχέση με το οτι τις παίρνουμε απο κάπου απο εκεί μέσα, και γιατί τις ξεχνάς μετά, έμαθα ακόμα και πώς να μην τις ξεχάσεις. Αλλά το ξέχασα. Άνθρωποι που περνούσαν απο μπροστά μου και μιλούσαμε, περίεργες λεωφόρους και δωμάτια, πόλεις με κτίρια που αν έμπαινες μέσα τους εισχωρούσες σε μια ιστορία και ποιός ξέρει πώς έβγαινες μετά. Ένα λεωφορείο με έβγαλε καταλάθος σε ένα ξένο και απόμερο μέρος, και με οδήγησαν συμπτώσεις σε συναπαντήματα και σε ασπρόμαυρα γεγονότα, περαστικές μαύρες μορφές διέσχισαν βιαστικά τοίχους και έστριψαν γωνίες, και ονόματα οδών με κυνηγούσαν κρατώντας με αιχμάλωτο σε ένα σύστημα δρόμων, με δόλωμα ένα πάρκο στην μέση του πουθενά, κάνοντας αέναο παιχνίδι με τις αναμνήσεις μου, την ανάσα μου, τον προσανατολισμό μου και αφού έτρεχα για ώρα μια χαμένη και ξεχασμένη σκουριασμένη παιδική χαρά με απείλησε λίγο πρίν εγκαταλείψω τα ξεγελασμένα σοκάκια. Ή συνέβησαν στα αλήθεια αυτά? Πώς έφτασα εδώ και γράφω? Πώς τα θυμάμαι όλα αυτά?
Ο Lustmord να ψιθυρίζει ήχους και μυστικά υπογείων, τα φώτα κλειστά και ένα σωρό υποχρεώσεις, τηλέφωνα, υπενθυμίσεις, πίκρες. Δε γαμιέται συνεχίζω. Αντηχώ σε ένα σακάκι απο πετούνιες στην μέση του πουθενά, και ήθελα δεν ήθελα, ξαναγύρισα σε αυτό. Ξέρω πώς φτιάχνονται οι ρόγες ποδηλάτου, απο ακαταληψίες όπως αυτές, και ας φροντίσω η μοίρα μου τουλάχιστον να με ευλογεί για αυτά τα λάθη/λάδια, όπως τέλος πάντων τα λένε οι νέοι σήμερα. Μάλλον θα προσπαθήσω να γεμίσω και να χορτάσω την ανάγκη μου για το αδιανόητο λίγο πιο ηχηρά:
123, άφησε με να μπώ μέσα, μητέρα, γέλιο, G7, Κωνσταντινουπόλεως, ευχαριστώ ό,τι και αν είστε, αδιέξοδο, proletariaticum, Thibaut De Castries, νυχτοπαρωρίτες, ακαταληψίες, Αλίκη, συμπτώσεις, αδιέξοδο, οπτική μόλυνση, πινακίδες, παραμόρφωση, λέπρα, εξαφάνιση, αηδία, ιδιοφυία, Τ., υποκειμενικότητα εμπειριών, αναδρομική νοθεία, διαφορά τιμών, διασπορά, hollow point, πυρηνικό ολοκαύτωμα, μεταπληροφορία, λίστες, σουπερμάρκετ, ουρές, μετάλλαξη, mainstream, walkstream, φάση έχει.
Πάντα έτσι θυμάμαι τα θραύσματα, περπατώντας, να άλλος ένας λόγος.
Ονειρεύτηκα πως βρήκα το όνειρο που αποθηκεύονται ή εμείς αντλούμε τις μελωδίες που ακούμε όταν κοιμόμαστε και μετά τις ξεχνάμε... Λάθος, ονειρεύτηκα τον λόγο που τις ακούμε, νομίζω πως είχε σχέση με το οτι τις παίρνουμε απο κάπου απο εκεί μέσα, και γιατί τις ξεχνάς μετά, έμαθα ακόμα και πώς να μην τις ξεχάσεις. Αλλά το ξέχασα. Άνθρωποι που περνούσαν απο μπροστά μου και μιλούσαμε, περίεργες λεωφόρους και δωμάτια, πόλεις με κτίρια που αν έμπαινες μέσα τους εισχωρούσες σε μια ιστορία και ποιός ξέρει πώς έβγαινες μετά. Ένα λεωφορείο με έβγαλε καταλάθος σε ένα ξένο και απόμερο μέρος, και με οδήγησαν συμπτώσεις σε συναπαντήματα και σε ασπρόμαυρα γεγονότα, περαστικές μαύρες μορφές διέσχισαν βιαστικά τοίχους και έστριψαν γωνίες, και ονόματα οδών με κυνηγούσαν κρατώντας με αιχμάλωτο σε ένα σύστημα δρόμων, με δόλωμα ένα πάρκο στην μέση του πουθενά, κάνοντας αέναο παιχνίδι με τις αναμνήσεις μου, την ανάσα μου, τον προσανατολισμό μου και αφού έτρεχα για ώρα μια χαμένη και ξεχασμένη σκουριασμένη παιδική χαρά με απείλησε λίγο πρίν εγκαταλείψω τα ξεγελασμένα σοκάκια. Ή συνέβησαν στα αλήθεια αυτά? Πώς έφτασα εδώ και γράφω? Πώς τα θυμάμαι όλα αυτά?
123, άφησε με να μπώ μέσα, μητέρα, γέλιο, G7, Κωνσταντινουπόλεως, ευχαριστώ ό,τι και αν είστε, αδιέξοδο, proletariaticum, Thibaut De Castries, νυχτοπαρωρίτες, ακαταληψίες, Αλίκη, συμπτώσεις, αδιέξοδο, οπτική μόλυνση, πινακίδες, παραμόρφωση, λέπρα, εξαφάνιση, αηδία, ιδιοφυία, Τ., υποκειμενικότητα εμπειριών, αναδρομική νοθεία, διαφορά τιμών, διασπορά, hollow point, πυρηνικό ολοκαύτωμα, μεταπληροφορία, λίστες, σουπερμάρκετ, ουρές, μετάλλαξη, mainstream, walkstream, φάση έχει.
Sunday, February 17, 2008
All is Violent, All is Bright
Αυτή την στιγμή... δεν νομίζω οτι περιγράφεται εύκολα η εικόνα έξω. Δεν ξέρω αν μπορώ να μεταφέρω ικανοποιητικά έστω αυτό που βιώνω, το αφήνω περισσότερο ώς έναν φόρο τιμής.
Βιώνω την απόλυτη αντίθεση εικόνας - ήχου, και είναι πανέμορφο, με αφήνει άναυδο, ίσα που τολμώ να αναπνέω... Γιατί ο ουρανός ρίχνει τόνους χιόνι, με τον πιο ήρεμο, άηχο, αρμονικό τρόπο που μπορούσε να το κάνει... Παράλληλα, τα φώτα μοιάζουν δυνατότερα απο την ανάκλαση του άσπρου, και όλα φωτίζονται λίγο παραπάνω απο το κανονικό, δεν μοιάζει με νύχτα, ούτε με μέρα, είναι κάτι απίστευτα γλυκό ανάμεσα. Ένω δισεκατομμύρια κρυστάλλων πάγου διασκορπίζονται παντού (το έστρωσε μέσα σε μερικά λεπτά ακόμα και στην άσφαλτο απο κάτω) το μόνο που ακούγεται είναι το ελαφρύ, απαλό θρόισμα των φύλλων απο τον άνεμο, που δεν έχει καμία σχέση με το επιθετικό βουητό του δυνατού αέρα. Και ούτε περαστικός, ούτε μακρινό μηχανάκι ή αμάξι τολμούν να παραβιάσουν την απόλυτη ησυχία, σαν να σταμάτησαν όλα και να σκάλωσαν κοιτώντας το θέαμα, σαν να πάτησε κάποιος mute στο κλασικό υποτονικό ηχοτοπίο των 3 η ώρα το πρωί. Και εγώ απλά δεν χορταίνω να στέκομαι στο μπαλκόνι και να απολαμβάνω αυτό που ζώ, και μακάρι να το βίωσε οποιοσδήποτε άλλος, αυτήν την στιγμή, αυτήν την ηρεμία, την γαλήνη, την φωτεινότητα. Είναι απλά.... Πανέμορφο.
Ιερή σιωπή.
Βιώνω την απόλυτη αντίθεση εικόνας - ήχου, και είναι πανέμορφο, με αφήνει άναυδο, ίσα που τολμώ να αναπνέω... Γιατί ο ουρανός ρίχνει τόνους χιόνι, με τον πιο ήρεμο, άηχο, αρμονικό τρόπο που μπορούσε να το κάνει... Παράλληλα, τα φώτα μοιάζουν δυνατότερα απο την ανάκλαση του άσπρου, και όλα φωτίζονται λίγο παραπάνω απο το κανονικό, δεν μοιάζει με νύχτα, ούτε με μέρα, είναι κάτι απίστευτα γλυκό ανάμεσα. Ένω δισεκατομμύρια κρυστάλλων πάγου διασκορπίζονται παντού (το έστρωσε μέσα σε μερικά λεπτά ακόμα και στην άσφαλτο απο κάτω) το μόνο που ακούγεται είναι το ελαφρύ, απαλό θρόισμα των φύλλων απο τον άνεμο, που δεν έχει καμία σχέση με το επιθετικό βουητό του δυνατού αέρα. Και ούτε περαστικός, ούτε μακρινό μηχανάκι ή αμάξι τολμούν να παραβιάσουν την απόλυτη ησυχία, σαν να σταμάτησαν όλα και να σκάλωσαν κοιτώντας το θέαμα, σαν να πάτησε κάποιος mute στο κλασικό υποτονικό ηχοτοπίο των 3 η ώρα το πρωί. Και εγώ απλά δεν χορταίνω να στέκομαι στο μπαλκόνι και να απολαμβάνω αυτό που ζώ, και μακάρι να το βίωσε οποιοσδήποτε άλλος, αυτήν την στιγμή, αυτήν την ηρεμία, την γαλήνη, την φωτεινότητα. Είναι απλά.... Πανέμορφο.
Ιερή σιωπή.
Sunday, February 3, 2008
Ρακοσυλλέκτες
Δεν ξέρω.... Είναι στιγμές που έχω την εντύπωση πως μόνο εγώ ενθουσιάζομαι, μόνο εγώ νιώθω εδώ γύρω. Είναι στιγμές που το μόνο που βλέπω στους άλλους είναι μια τεράστια τρύπα στην καρδιά, την οποία αρνούνται να κλείσουν. Και δεν αντέχω. Είναι στιγμές που ανακαλύπτω πως σιγά σιγά, ύπουλα, δεν νιώθω και εγώ. Νιώθω απλά... Άδειος. Άδειος, περιτριγυρισμένος απο άδεια σώματα. Και με τρελαίνει, θέλω να ξεσκίσω τα πάντα και να ουρλιάξω "ΝΙΩΣΤΕ" θέλω να νιώσω, θέλω να νιώσω ο,τιδήποτε, θυμό, παράφορο έρωτα, απλά την πιο ειλικρινή χαρά. Και μερικές φορές νιώθω, και αμέσως κοιτάω γύρω μου και μου φεύγει, γιατί έχω την εντύπωση πως κανείς δεν είναι εκεί που είναι το σώμα του εκείνη την ώρα. Θέλω να μπορώ να σηκωθώ να χοροπηδήξω σαν μαλακισμένο όπως κάναμε πρίν τόσο, μα τόσο λίγο γαμώτο καιρό (μιλάω κυριολεκτικά, εννοώ αυτό το καλοκαίρι) και ξαφνικά ανακαλύπτω οτι το μόνο που θέλουν όλοι είναι την ησυχία τους. Δεν αντέχω. Δεν αντέχω να είμαι τσακωμένος με άτομα που αγαπώ (με οποιαδήποτε άτομα εδώ που τα λέμε) δεν αντέχω τις παρεξηγήσεις, δεν αντέχω το να βλέπω χαμένους ανθρώπους, κατεστραμμένες σχέσεις (οποιουδήποτε είδους) επειδή υπάρχει έλλειψη συννενόησης, επικοινωνίας, αυτοσυγχώρεσης και αυτοκριτικής. Δεν αντέχω άλλο να είμαι απο τα ελάχιστα άτομα που πρώτα να γυρίζουν και να βλέπουν τα δικά τους λάθη και όχι των άλλων. Δεν έχω πρόβλημα με κανέναν. Το μόνο που θέλω είναι να είναι οι άνθρωποι γύρω μου χαρούμενοι, δεν θέλησα ποτέ, έτρεμα πάντα στην σκέψη να πληγώσω. Δεν αντέχω άλλες πληγές, αρκετές οι δικές μου αρκετές αυτές που κουβαλάνε όλοι.
Πάλι γυρίζω σπίτι ύστερα απο μια αποτυχημένη πρόβα που ειλικρινά έχω την εντύπωση οτι κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας και αντί να κάτσω να διαβάσω απλά θα ανοίξω τον υπολογιστή, θα χαζέψω λίγο και θα παίξω 1 - 2 DotΑ. Πάλι θα ξεχάσω αυτά τα δημιουργικά που ήθελα να κάνω και να σκεφτώ, πάλι θα βαριέμαι να πιάσω ένα βιβλίο να ξεφύγω, πάλι θα βαριέμαι να παίξω μπάσο, πάλι θα βαριέμαι. Φοβάμαι την βαρεμάρα. Είναι δηλητήριο. Δεν βαριόμουν να κάνω πράγματα ποτέ σχεδόν. Πραγματικά, είναι κάτι που σιχαίνομαι. Είναι κάτι το οποίο ποτέ δεν κατάλαβα στον "έλληνα φοιτητή". Είναι κάτι που δεν νιώθω υπό κανονικές συνθήκες. Περπατήστε γαμώτο, είμαστε 18 χρονών, οι δρόμοι ανήκουν στους οιδιπόρους, στους ταξιδευτές και όλα είναι δρόμος, τα πάντα μπορούν να μας ανήκουν. Χαμογελάστε, γαμώτο είμαστε 18 χρονών, σκατά στον τάφο μας αν απο τώρα έχουμε μάτια σβηστά. Θέλω πολλά πράγματα, και απλά δεν μπορώ να αναγκάσω τον εαυτό μου να σηκωθεί να τα ζητήσει και να τα πάρει. Είναι απλό. Μπορείς, μπορώ να κάνω τα πάντα. Αλήθεια, το πιστεύω. Γιατί έχουμε μάτια σβηστά? Σκατά. Εμείς φταίμε, κανένας άλλος, εμείς επιμένουμε να μην εντυπωσιαζόμαστε, να μην ενθουσιαζόμαστε, να μην νιώθουμε. Ναί ρε πούστη μου πονάει. Αλλά κάποια πράγματα δεν γίνονται σύστημα, δεν λύνονται παρατώντας τα και με παράπονα που συμβαίνουν σε μας και όχι στους άλλους ή με την υπόνοια αυτού (αν είναι δυνατόν, εμείς είμαστε οι υπερ-κωλόφαρδοι που έχουμε κάποιες στοιχειώδεις ευκαιρίες), κάποια πράγματα και πάνω απο όλα ο εαυτός του καθενός είναι αυτά τα οποία ξεπερνιούνται και αναγκαζόμαστε να τα ξεπερνάμε. Γιατί απλούστατα, δεν βγαίνει με κανέναν άλλον τρόπο, δεν σκοτώνεται αυτό που σε τρώει, είναι μέσα σου. Εσύ έχεις το πρόβλημα. Εγώ έχω το πρόβλημα. Όχι ο άλλος.
Παραληρώ λιγάκι. Είναι πολλά πράγματα που θέλω να βγάλω και πρέπει να τηρηθεί μια στοιχειώδης σκέψη. Δεν ξέρω. Φοβάμαι πολλά πράγματα. Έχει κανείς παρατηρήσει την "σοβαρότητα" και μουντάδα που κυριαρχεί στα μέσα συγκοινωνίας? Λές και απαγορεύεται να χαμογελάς, να έχεις χρώμα. Δεν είναι θέμα μεγάλου μικρού, είναι λες και φοβούνται όλοι να δείξουν τον εαυτό τους, ντρέπονται οτι θα τους πιάσεις σε στιγμή αδυναμίας στην οποία θα σκεφτούν κάτι αστείο, θα χαρούν με κάτι και γενικά στην οποία θα φανεί οτι είναι άνθρωποι με ζωή. Που σκατά πάνε όλοι? Κυρίως: Γιατί πάνε?
Ηρέμησα λίγο. Αλλά δεν μπορώ, οι τελευταίες μου εβδομάδες είναι τραγικά γκρίζες, λες και όλοι σοβάρεψαν. Τελείωσαν διακοπές, ξεκίνησαν εξεταστική, φροντιστήρια, τρεχάματα. Και λοιπόν? Χαμογελάστε γαμώτο, αληθινά και βαθειά, κοιτώντας στα μάτια, θα ξεχάσετε πως γίνεται, θα ατροφήσουν οι μύες. Δεν σας τα λένε στα γυμναστήρια?... Σκατά.
Πάλι γυρίζω σπίτι ύστερα απο μια αποτυχημένη πρόβα που ειλικρινά έχω την εντύπωση οτι κοροϊδεύουμε τους εαυτούς μας και αντί να κάτσω να διαβάσω απλά θα ανοίξω τον υπολογιστή, θα χαζέψω λίγο και θα παίξω 1 - 2 DotΑ. Πάλι θα ξεχάσω αυτά τα δημιουργικά που ήθελα να κάνω και να σκεφτώ, πάλι θα βαριέμαι να πιάσω ένα βιβλίο να ξεφύγω, πάλι θα βαριέμαι να παίξω μπάσο, πάλι θα βαριέμαι. Φοβάμαι την βαρεμάρα. Είναι δηλητήριο. Δεν βαριόμουν να κάνω πράγματα ποτέ σχεδόν. Πραγματικά, είναι κάτι που σιχαίνομαι. Είναι κάτι το οποίο ποτέ δεν κατάλαβα στον "έλληνα φοιτητή". Είναι κάτι που δεν νιώθω υπό κανονικές συνθήκες. Περπατήστε γαμώτο, είμαστε 18 χρονών, οι δρόμοι ανήκουν στους οιδιπόρους, στους ταξιδευτές και όλα είναι δρόμος, τα πάντα μπορούν να μας ανήκουν. Χαμογελάστε, γαμώτο είμαστε 18 χρονών, σκατά στον τάφο μας αν απο τώρα έχουμε μάτια σβηστά. Θέλω πολλά πράγματα, και απλά δεν μπορώ να αναγκάσω τον εαυτό μου να σηκωθεί να τα ζητήσει και να τα πάρει. Είναι απλό. Μπορείς, μπορώ να κάνω τα πάντα. Αλήθεια, το πιστεύω. Γιατί έχουμε μάτια σβηστά? Σκατά. Εμείς φταίμε, κανένας άλλος, εμείς επιμένουμε να μην εντυπωσιαζόμαστε, να μην ενθουσιαζόμαστε, να μην νιώθουμε. Ναί ρε πούστη μου πονάει. Αλλά κάποια πράγματα δεν γίνονται σύστημα, δεν λύνονται παρατώντας τα και με παράπονα που συμβαίνουν σε μας και όχι στους άλλους ή με την υπόνοια αυτού (αν είναι δυνατόν, εμείς είμαστε οι υπερ-κωλόφαρδοι που έχουμε κάποιες στοιχειώδεις ευκαιρίες), κάποια πράγματα και πάνω απο όλα ο εαυτός του καθενός είναι αυτά τα οποία ξεπερνιούνται και αναγκαζόμαστε να τα ξεπερνάμε. Γιατί απλούστατα, δεν βγαίνει με κανέναν άλλον τρόπο, δεν σκοτώνεται αυτό που σε τρώει, είναι μέσα σου. Εσύ έχεις το πρόβλημα. Εγώ έχω το πρόβλημα. Όχι ο άλλος.
Παραληρώ λιγάκι. Είναι πολλά πράγματα που θέλω να βγάλω και πρέπει να τηρηθεί μια στοιχειώδης σκέψη. Δεν ξέρω. Φοβάμαι πολλά πράγματα. Έχει κανείς παρατηρήσει την "σοβαρότητα" και μουντάδα που κυριαρχεί στα μέσα συγκοινωνίας? Λές και απαγορεύεται να χαμογελάς, να έχεις χρώμα. Δεν είναι θέμα μεγάλου μικρού, είναι λες και φοβούνται όλοι να δείξουν τον εαυτό τους, ντρέπονται οτι θα τους πιάσεις σε στιγμή αδυναμίας στην οποία θα σκεφτούν κάτι αστείο, θα χαρούν με κάτι και γενικά στην οποία θα φανεί οτι είναι άνθρωποι με ζωή. Που σκατά πάνε όλοι? Κυρίως: Γιατί πάνε?
Ηρέμησα λίγο. Αλλά δεν μπορώ, οι τελευταίες μου εβδομάδες είναι τραγικά γκρίζες, λες και όλοι σοβάρεψαν. Τελείωσαν διακοπές, ξεκίνησαν εξεταστική, φροντιστήρια, τρεχάματα. Και λοιπόν? Χαμογελάστε γαμώτο, αληθινά και βαθειά, κοιτώντας στα μάτια, θα ξεχάσετε πως γίνεται, θα ατροφήσουν οι μύες. Δεν σας τα λένε στα γυμναστήρια?... Σκατά.
Sunday, January 13, 2008
How to Disappear Completely
Walkstream
Περπατώ. Συνέχεια. Έτσι απλά, περπατώ και δεν ξέρω γιατί. Ούτε ξέρω που πάω. Απο την μια με στοιχειώνει η εικόνα εκείνου του εγκατελειμμένου σπιτιού στην μέση του πουθενά, μέσα στο δάσος δίπλα απο εκείνη την απέραντη κοιλάδα και τα βουνά. Χαμένο. Ξεχασμένο. Τελικά όμως είναι αυτό ο προορισμός? Δεν ξέρω. Θα ζούσα εκεί για κάποιον καιρό νομίζω. Ίσως και για μερικά χρόνια, περιμένοντας να με επισκεφθεί κάποιος φίλος απο τις σκονισμένες αναμνήσεις μου. Ίσως και να μην περίμενα κανέναν. Μια μέρα όμως θα τα μάζευα, θα άφηνα ένα σημείωμα με όμορφα λόγια στον επόμενο ημι/συν-ιδιοκτήτη ταξιδευτή και θα ξέφευγα πάλι. Do do 23 skidoo, έτσι απλα. Περπατώ.
Είναι οι σκέψεις που με γεμίζουν, με λυπούν, με ηρεμούν και με χαροποιούν, μου κάνουν συντροφιά δημιουργώντας φανταστικούς φίλους για έναν φανταστικό, τέλειο Ηρακλή, με ταξιδεύουν, μου θυμίζουν, μου ψιθυρίζουν. Είναι η μουσική που ακούω, συμβατική ή αντισυμβατική, με συμβατικό ή μη τρόπο, που σιγομουρμουράω, που τραγουδάω φωναχτά, που ακούω στο κεφάλι μου, που με κυλάει, ένα μόνιμο soundtrack για μια ταινία που ποτέ δεν θα γυριστεί και θα υπάρχει για πάντα μέσα μου, ένα ατελείωτο, ωμό συνοθύλλευμα απο cuts και σκηνές, απο συνειρμούς που δεν τελειώνουν, απο ηθοποιούς που δεν ξέρουν οτι παίζουν ρόλο, με σεναριογράφο την συγχρονικότητα και σκηνοθέτη το χάος. Δεν ξέρω τι είναι τελικά. Απλά ρέω σε έναν χείμμαρο που με πάει όπου διαλέγουν οι συμπτώσεις και μερικές φορές και εγώ.
Πάντα όμως αντιφάσκω. Πολύ. Θέλω να με ξεχάσουν όλοι, να μην ανησυχήσει, να μην νοιαστεί κανείς. Ταυτόχρονα θέλω κάποιος να με θυμηθεί, να με βρεί, να κάτσουμε και να μιλήσουμε. Θέλω να είμαι μόνος (μέχρι τώρα πάντα περπατώ μόνος, χωρίς απαραίτητα να είναι απο δική μου θέληση), αλλά και θέλω τόσο πολύ κάποιο άτομο δίπλα μου, να βλέπουμε μαζί αυτά που λίγοι θα παρατηρήσουν και θα ζήσουν έτσι, θέλω κάποιο πρόσωπο να περπατώ μαζί και ενίοτε να αποχαιρετιόμαστε, για να συναντηθούμε αργότερα και να διηγηθούμε με φλόγες στα μάτια τι είδαμε και τί ζήσαμε, τι ακούσαμε και τι μυρίσαμε και να ξεκουραστούμε τυλιγμένοι απο την γλυκειά μελαγχολία που θα μας καταβάλλει, σε κάθε άτομο του σώματός μέχρι τελικά να καθαρίσουν και να εξαγνιστούν όλα, και να σηκωθούμε για να πάμε για το επόμενο ταξίδι. Θέλω να εξαφανιστώ, και ταυτόχρονα θέλω να μείνω με τόσα πρόσωπα που αγαπώ με όλη μου την καρδιά. Θέλω να είμαι μοναχικός αλλά και πάντα είμαι κοινωνικός και επικοινωνιακός. Θέλω να κάνω κάτι τόσο προσωπικό και εγωιστικό, και ταυτόχρονα θέλω να στηρίζω και να είμαι εκεί για τόσους.
Θέλω εν μέρει να ξεφύγω απο την ήρεμη αποπνικτικότητα της πόλης, και να δώ εκείνο το λατρεμένο τοπίο που κυλάει όταν ταξιδεύεις. Αυτή δεν θέλει να φύγεις, σε γραπώνει στα χέρια της, γεμάτα μύθους, με φώτα και αναμνήσεις και όνειρα ανθρώπων και όντων και σε κρατά στο χώμα, στα κτίρια, στην άσφαλτό της. Βασικά όσο και να υποθέτω ξέρω μόνο αυτό: θέλω να ξεφύγω απο κάτι που δεν είμαι εντελώς σίγουρος τι είναι. Μπορεί να είναι μια μορφή παράνοιας. Είναι εκείνο το αίσθημα όταν ακούς Ξύλινα Σπαθιά και τους προσωπικούς του Παυλίδη και απλά θες να σηκωθείς και να φύγεις, να πάς μακριά, και να βρείς περίεργες χώρες και περίεργους ανθρώπους.
"...They Don't Sleep Anymore on the Beach..."
Η παραλία είναι ήσυχη. Είναι χειμώνας και δεν είναι κάν νομίζω παραλία για μπάνιο. Η μια μεριά βλέπει τα πρασινομπλέ νερά της "Μούτελης", η άλλη απέναντι σε νερά άγνωστα που φτάνουν σε μια επίσης άγνωστη πόλη. Το μακρινό βουητό των αμαξιών αφήνει εκείνο το ανεπανάληπτο, μουντό, ambient στοιχείο που αφήνουν τα τζιτζίκια τα καλοκαιρινά μεσημέρια και τα περαστικά μηχανάκια και ο αέρας στα δέντρα τις νύχτες. Ανακλάσεις χρωμάτων απο φώτα πάνω στην θάλασσα με κάνουν να στραφώ προς την πηγή τους, η πόλη που στέκει σαν μικρογραφία, και δημιουργεί ένα μωσαϊκό χρωμάτων στα οποία ίσα που διακρίνονται γνώριμα στοιχεία.

Προσπέρασα πρίν το κάστρο, με την τάφρο να υπάρχει ακόμα, γεμάτη με μαύρα βαλτόνερα και καλαμιές, και φάνηκε απίστευτα μοναχικό και... Δεν υπάρχει ακριβώς λέξη, εκείνο το συναίσθημα/εντύπωση που σου αφήνουν τα μέρη και ιδιαίτερα τα κτίρια που είναι απο άλλη εποχή και μισογκρεμισμένα στέκουν, μια παραφωνία μπροστά στο παρόν, που σε μεταφέρει στα κλισέ των ταινιών που δείχνουν άλλες εποχές, και αφήνει μια ξεραΐλα στο στόμα, σαν να ανταποκρίνεται η γεύση σου στην σιγή και όμορφη νεκράδα που αποπνέει το σκηνικό. Εκεί μπήκε το Sleep των Godspeed You! Black Emperor που επαίζαν απο την στιγμή που ξεκίνησα την απόδραση, και ακούω την διήγηση-εισαγωγή που δεν θα μπορούσε να κολλάει καλύτερα στο τοπίο, όπως και η μουσική... O αέρας που χτυπά στα αυτιά μου ολοκληρώνει την μουσική και την ατμόσφαιρα.
Η άμμος είναι αρκετά αναπαυτική, δίπλα μια λιμνούλα με διαφανές βαλτόνερο και πάνω στο χαρτί κυλάει μετά απο πολύ, πολύ καιρό -ή έτσι τουλάχιστον μου φαίνεται- η πένα (σ' ευχαριστώ, Σ. :) ). Οι Godspeed You! Black Emperor έχουν σταματήσει να παίζουν προσωρινά, και ενώ βραδιάζει και δυσκολεύομαι να γράψω, παρατηρώ στον ουρανό και ανακαλύπτω οτι οι πόλεις δημιουργούν μια τρίτη λάμψη, αυτή στα σύννεφα. Λές και τις τυλίγει απο πάνω ένας τεράστιος φωτεινός ιπτάμενος δίσκος, που αιωρείται σκοτεινά, με μουντά χρώματα και την νοθρώτητά του πάνω απο την έκταση τους. Βοηθάει και η σκοτεινάδα που έχει πλέον απλωθεί για τα καλά, μακριά απο την λεωφόρο, και οποιαδήποτε πηγή φωτός. Σιγά σιγά σηκώνομαι και παίρνω τον δρόμο του γυρισμού. Και νιώθω μόνος. Απαίσια μόνος. Και όμως, έζησα κάτι τόσο πανέμορφο, κάτι τόσο γλυκό και μελαγχολικό. Είναι απο εκείνες τις αντιφάσεις.
Περπατώ. Συνέχεια. Έτσι απλά, περπατώ και δεν ξέρω γιατί. Ούτε ξέρω που πάω. Απο την μια με στοιχειώνει η εικόνα εκείνου του εγκατελειμμένου σπιτιού στην μέση του πουθενά, μέσα στο δάσος δίπλα απο εκείνη την απέραντη κοιλάδα και τα βουνά. Χαμένο. Ξεχασμένο. Τελικά όμως είναι αυτό ο προορισμός? Δεν ξέρω. Θα ζούσα εκεί για κάποιον καιρό νομίζω. Ίσως και για μερικά χρόνια, περιμένοντας να με επισκεφθεί κάποιος φίλος απο τις σκονισμένες αναμνήσεις μου. Ίσως και να μην περίμενα κανέναν. Μια μέρα όμως θα τα μάζευα, θα άφηνα ένα σημείωμα με όμορφα λόγια στον επόμενο ημι/συν-ιδιοκτήτη ταξιδευτή και θα ξέφευγα πάλι. Do do 23 skidoo, έτσι απλα. Περπατώ.
Είναι οι σκέψεις που με γεμίζουν, με λυπούν, με ηρεμούν και με χαροποιούν, μου κάνουν συντροφιά δημιουργώντας φανταστικούς φίλους για έναν φανταστικό, τέλειο Ηρακλή, με ταξιδεύουν, μου θυμίζουν, μου ψιθυρίζουν. Είναι η μουσική που ακούω, συμβατική ή αντισυμβατική, με συμβατικό ή μη τρόπο, που σιγομουρμουράω, που τραγουδάω φωναχτά, που ακούω στο κεφάλι μου, που με κυλάει, ένα μόνιμο soundtrack για μια ταινία που ποτέ δεν θα γυριστεί και θα υπάρχει για πάντα μέσα μου, ένα ατελείωτο, ωμό συνοθύλλευμα απο cuts και σκηνές, απο συνειρμούς που δεν τελειώνουν, απο ηθοποιούς που δεν ξέρουν οτι παίζουν ρόλο, με σεναριογράφο την συγχρονικότητα και σκηνοθέτη το χάος. Δεν ξέρω τι είναι τελικά. Απλά ρέω σε έναν χείμμαρο που με πάει όπου διαλέγουν οι συμπτώσεις και μερικές φορές και εγώ.
Πάντα όμως αντιφάσκω. Πολύ. Θέλω να με ξεχάσουν όλοι, να μην ανησυχήσει, να μην νοιαστεί κανείς. Ταυτόχρονα θέλω κάποιος να με θυμηθεί, να με βρεί, να κάτσουμε και να μιλήσουμε. Θέλω να είμαι μόνος (μέχρι τώρα πάντα περπατώ μόνος, χωρίς απαραίτητα να είναι απο δική μου θέληση), αλλά και θέλω τόσο πολύ κάποιο άτομο δίπλα μου, να βλέπουμε μαζί αυτά που λίγοι θα παρατηρήσουν και θα ζήσουν έτσι, θέλω κάποιο πρόσωπο να περπατώ μαζί και ενίοτε να αποχαιρετιόμαστε, για να συναντηθούμε αργότερα και να διηγηθούμε με φλόγες στα μάτια τι είδαμε και τί ζήσαμε, τι ακούσαμε και τι μυρίσαμε και να ξεκουραστούμε τυλιγμένοι απο την γλυκειά μελαγχολία που θα μας καταβάλλει, σε κάθε άτομο του σώματός μέχρι τελικά να καθαρίσουν και να εξαγνιστούν όλα, και να σηκωθούμε για να πάμε για το επόμενο ταξίδι. Θέλω να εξαφανιστώ, και ταυτόχρονα θέλω να μείνω με τόσα πρόσωπα που αγαπώ με όλη μου την καρδιά. Θέλω να είμαι μοναχικός αλλά και πάντα είμαι κοινωνικός και επικοινωνιακός. Θέλω να κάνω κάτι τόσο προσωπικό και εγωιστικό, και ταυτόχρονα θέλω να στηρίζω και να είμαι εκεί για τόσους.
Θέλω εν μέρει να ξεφύγω απο την ήρεμη αποπνικτικότητα της πόλης, και να δώ εκείνο το λατρεμένο τοπίο που κυλάει όταν ταξιδεύεις. Αυτή δεν θέλει να φύγεις, σε γραπώνει στα χέρια της, γεμάτα μύθους, με φώτα και αναμνήσεις και όνειρα ανθρώπων και όντων και σε κρατά στο χώμα, στα κτίρια, στην άσφαλτό της. Βασικά όσο και να υποθέτω ξέρω μόνο αυτό: θέλω να ξεφύγω απο κάτι που δεν είμαι εντελώς σίγουρος τι είναι. Μπορεί να είναι μια μορφή παράνοιας. Είναι εκείνο το αίσθημα όταν ακούς Ξύλινα Σπαθιά και τους προσωπικούς του Παυλίδη και απλά θες να σηκωθείς και να φύγεις, να πάς μακριά, και να βρείς περίεργες χώρες και περίεργους ανθρώπους.
"...They Don't Sleep Anymore on the Beach..."
Η παραλία είναι ήσυχη. Είναι χειμώνας και δεν είναι κάν νομίζω παραλία για μπάνιο. Η μια μεριά βλέπει τα πρασινομπλέ νερά της "Μούτελης", η άλλη απέναντι σε νερά άγνωστα που φτάνουν σε μια επίσης άγνωστη πόλη. Το μακρινό βουητό των αμαξιών αφήνει εκείνο το ανεπανάληπτο, μουντό, ambient στοιχείο που αφήνουν τα τζιτζίκια τα καλοκαιρινά μεσημέρια και τα περαστικά μηχανάκια και ο αέρας στα δέντρα τις νύχτες. Ανακλάσεις χρωμάτων απο φώτα πάνω στην θάλασσα με κάνουν να στραφώ προς την πηγή τους, η πόλη που στέκει σαν μικρογραφία, και δημιουργεί ένα μωσαϊκό χρωμάτων στα οποία ίσα που διακρίνονται γνώριμα στοιχεία.
Προσπέρασα πρίν το κάστρο, με την τάφρο να υπάρχει ακόμα, γεμάτη με μαύρα βαλτόνερα και καλαμιές, και φάνηκε απίστευτα μοναχικό και... Δεν υπάρχει ακριβώς λέξη, εκείνο το συναίσθημα/εντύπωση που σου αφήνουν τα μέρη και ιδιαίτερα τα κτίρια που είναι απο άλλη εποχή και μισογκρεμισμένα στέκουν, μια παραφωνία μπροστά στο παρόν, που σε μεταφέρει στα κλισέ των ταινιών που δείχνουν άλλες εποχές, και αφήνει μια ξεραΐλα στο στόμα, σαν να ανταποκρίνεται η γεύση σου στην σιγή και όμορφη νεκράδα που αποπνέει το σκηνικό. Εκεί μπήκε το Sleep των Godspeed You! Black Emperor που επαίζαν απο την στιγμή που ξεκίνησα την απόδραση, και ακούω την διήγηση-εισαγωγή που δεν θα μπορούσε να κολλάει καλύτερα στο τοπίο, όπως και η μουσική... O αέρας που χτυπά στα αυτιά μου ολοκληρώνει την μουσική και την ατμόσφαιρα.
Η άμμος είναι αρκετά αναπαυτική, δίπλα μια λιμνούλα με διαφανές βαλτόνερο και πάνω στο χαρτί κυλάει μετά απο πολύ, πολύ καιρό -ή έτσι τουλάχιστον μου φαίνεται- η πένα (σ' ευχαριστώ, Σ. :) ). Οι Godspeed You! Black Emperor έχουν σταματήσει να παίζουν προσωρινά, και ενώ βραδιάζει και δυσκολεύομαι να γράψω, παρατηρώ στον ουρανό και ανακαλύπτω οτι οι πόλεις δημιουργούν μια τρίτη λάμψη, αυτή στα σύννεφα. Λές και τις τυλίγει απο πάνω ένας τεράστιος φωτεινός ιπτάμενος δίσκος, που αιωρείται σκοτεινά, με μουντά χρώματα και την νοθρώτητά του πάνω απο την έκταση τους. Βοηθάει και η σκοτεινάδα που έχει πλέον απλωθεί για τα καλά, μακριά απο την λεωφόρο, και οποιαδήποτε πηγή φωτός. Σιγά σιγά σηκώνομαι και παίρνω τον δρόμο του γυρισμού. Και νιώθω μόνος. Απαίσια μόνος. Και όμως, έζησα κάτι τόσο πανέμορφο, κάτι τόσο γλυκό και μελαγχολικό. Είναι απο εκείνες τις αντιφάσεις.
Subscribe to:
Posts (Atom)