Κάθομαι βαθειά ακάθαρτος και κοιτάω ράφια με βιβλία και ακούω. Το The Empyrean αλλά στην ουσία ακούω κάτι πολύ πιο μέσα και εξώτερο αυτού, κάτι που περιέχει υπερβολικά πολλά χρόνια και πόνο και έχει κουραστεί απο την ύπαρξη του, το είναι, την απειρότητα που έχει αντιστραφεί με την ανυπαρξία, την ελευθερία που έχει μπερδευτεί με την στενοχώρια. Και έχει πάψει να μιλάει γιατί απλά δεν έχει όρεξη και δύναμη.
Είμαι εξαντλημένος. Απο τον θυμό μου, απο τις απροσδιόριστες ψυχοφθορές και συμπεριφορές μου, απο το οτι δεν χωράω και όλο και στενεύω ανάμεσα σε διάφανους τοίχους πρέσας. Μου είναι δύσκολο όχι μόνο να σου μιλήσω, αλλά ακόμα και να σου χαμογελάσω. Δεν ξέρω αν καν σ' εμένα έχω χαμογελάσει εδώ και καιρό. Θέλω να κλάψω ωκεανούς, αλλά τα κρατάω για το βράδυ για τους Mono. Δεν έχω γιατί, έχω μόνο γύμνια και μεγάλους μαύρους κύκλους κάτω απο τα μάτια, έχω συμπαγές μολύβι στην καρδιά και στις άκρες του στόματός μου. Έχω δύο ηχεία που το ένα βγάζει σπαστικό θόρυβο ανά διαστήματα και μουσική που γεμίζει το δωμάτιο και μου λέει λέξεις. Έχω βιβλία που έχω λιώσει και αγαπώ. Έχω ένα ρολόι σε σχήμα τσαγιέρας στον τοίχο, το ίδιο εδώ και 10 χρόνια, που πάει 10 λεπτά μπροστά και δεν καταλαβαίνει τι του λέω, ούτε τι του ζητάω να μου δείχνει. Έχω έναν ουρανό με σύννεφα που απο μικρός κοιτάω αντί να κάνω τα μαθήματά μου και νομίζω πως ποτέ δεν ξεκόλλησα απο αυτά.
Και τώρα όλα είναι λίγο πιο ωραία, και όλα κάνουν κύκλους γύρω απο τον άξονά τους, και όπως η γή δεν σταματάει να είναι, αλλά σκοτεινιάζει και ξανανατέλλει, έτσι και εγώ στριφογυρνάω γύρω απο το ίδιο πράγμα, μια καταπακτή σκονισμένη που έχω χάσει το κλειδί και με βγάζει έξω. ΕΞΩ. ΕΞΩ.
Κάποιος, κάτι. Παρακαλώ.
Μικρές νότες σκορπάνε σκυφτές γύρω μου, το τρέμολό τους ή τις βυθίζει αργά αργά σε νερό ή τις ανυψώνει μέχρι να χαθούν. Ανυψώνω τα χέρια μου μπάς και βγώ απο αυτόν τον βούρκο που πνίγω τον εαυτό μου κάθε φορά.
It's not the way I go. It's NOT The Way I Go.
Friday, April 10, 2009
Thursday, April 9, 2009
Monday, April 6, 2009
Sunday, March 29, 2009
volatile colors tend to fly out of my eyes as I look up towards the impending light

And while we gently fell into sleep, I vaguely caught the smell of softly transparent days warming into old purple farewells, still glowing away wet smiles on my arms.
These I painted out of watercolors on skies blue and light.
And nothing seemed to change the way our minds poured colors into the air, in clouds and in shapes and in spirals, in shades.
These I painted out of perseverance on little flaws I named embracing names.
Leaning heavily, I sighed in a momentum of massive weight I'm caught sinking under, craving false light of what is no more than an oceanic reflection; And the ocean poured out of my eyes.
These I painted out of smells I clutch, scars on lips, and buried hands in mine.
Sharp ends came to their own, abrupt ones, upon hearing sounds of creation they sang about in dreams. And in terror they faced the destruction of small ideas, the relentless, soundless, cleansing wave of feathers rising up in chests.
These I painted out of what is sang beneath bones and skin.
And finally, a thousand million numbers of tiny existence bid their own farewells, marked by a wall of sound; the taking off of the last surrounding glowing insects, The Song screaming and penetrating from inside their bellies, leaving into all tomorrows they can ever achieve of dreaming; and neither blazing winds howling -claws and nails deep in their grip- nor the wolves in their hearts could ever pull their flight off their utmost route.

These painted me lighter than volatile breaths, blurred in motion, chasing after spiraling structures made of crystal river ripples. I spread my wings; and flew.

Friday, March 27, 2009
Αυτό.
Μου χαμογέλαγε όλο και πιο πολύ τελευταία. Όχι και τόσο καλό σημάδι.

Αμ δε ρε γαμημένε, δεν θα με έχεις ποτέ.

Αμ δε ρε γαμημένε, δεν θα με έχεις ποτέ.
Monday, March 9, 2009
Δεν ξέρω.
Αλλά ξέρω οτι κάθε λέξη πλέον είναι επικίνδυνη και δεν τολμώ να ξεστομίσω άλλες, θα είναι μόνο χειρότερα.
Λυπάμαι πολύ.
Λυπάμαι πολύ.
Friday, February 27, 2009
"εντάξει, είναι σκατά, αλλά χαβαλέ κάνουμε, εξάλλου ρε φίλε κοίτα γκόμενες!"
Άθλια δικαιολογία για μια άθλια ταινία
(/σειρά/ασχολία/"κοινωνική εκδήλωση"/εξόρμηση σε μπάρ/...κτλ)
Ίσως είμαι λίγο κομπλεξικός βέβαια.
Υ.Γ.: Άσχετο, πραγματικά πιστεύετε οτι ο Banksy είναι ένα άτομο?
(/σειρά/ασχολία/"κοινωνική εκδήλωση"/εξόρμηση σε μπάρ/...κτλ)
Ίσως είμαι λίγο κομπλεξικός βέβαια.
Υ.Γ.: Άσχετο, πραγματικά πιστεύετε οτι ο Banksy είναι ένα άτομο?

Wednesday, February 11, 2009
Skrik/Ανείπω(π)το
Στις ερεβώδεις μου ώρες παίρνουν φωτιά βαθειά θαμμένα αληθινά ψέματα, διατηρημένα στην διάφανη και εύφλεκτή τους φορμόλη. Και εγώ τυφλός ανάμεσα σε τυφλούς, αρνούμαι να τα αφήσω να φαίνονται μπροστά μου και τα ποδοπατώ, μέχρι να σβήσουν*, παίρνοντας μαζί τους φρέσκο χώμα απο αυτό που βρίσκω να πατήσω προχωρώντας, καίγοντας σχοινιά που με κρατάνε στα λογικά μου και με στηρίζουν όταν η βαρύτητα πάρει άλλη φορά. Ή μέχρι να ματώσουν τα πόδια μου, μαυρίσει το δέρμα μου και εξατμιστεί όλος ο κρύος ιδρώτας που με γλύφει όταν ουρλιάζουν γελώντας λύκοι μέσα μου.
(*Ποτέ δεν σβήνουν οριστικά. Σιγοκαίνε σε μπορεί και μήπως, σε φόβους και γλώσσες που γλύφουν ανατριχιαστικά και δηλητηριασμένα, και όλοι εμείς οι τυφλοί χορεύουμε στα κάρβουνα ενώ οι λύκοι γύρω βλέπουν και γελούν ουρλιάζοντας μανιασμένα)
Ανασαίνω βαριά, και μου έρχεται να βυθίσω τα χέρια στην πλάτη μου και να ανοίξω το δέρμα μου στα δύο και να φανερώσω ό,τι είναι απο κάτω, να το αγγίξω και να το απογυμνώσω απο την κάλυψη του καμπυλωμένου και σιωπηλού σώματός μου. Οι πιο φάλτσες και λάθος μελωδίες γεμίζουν τον αέρα που καταναλώνω, απλώνοντας αναθυμιάσεις. Ψεύτες μου επαναλαμβάνουν χωρίς σταματημό δηλητηριώδεις υπενθυμίσεις μέσα απο φρενήρεις αρθρώσεις, άρθρα και συριγμούς.
Τα σταματημένα μου αντίο επιταχύνουν μετά απο πολύ καιρό και κάνουν λανθάνουσα πορεία σε χλωμές νύχτες απο λιωμένο σίδερο που έκαψε χωράφια και σάρκα στο πέρασμά του. Ορυχεία φυλάνε τα άσπρα μου μυστικά και λουλούδια ανθισμένα ανάμεσα απο κλωστές και απαλά υφάσματα (βελούδο) που μιλάνε ανύψωση και αρχέγονα σχήματα αφύπνισης.
Ανοίγω τα μάτια μου αλλά βρίσκομαι για λίγο ακόμα στον εφιάλτη. Λυγμοί μέσα απο τα βαθύτερα τρύπια στέρνα που καπνίζουν ακόμα απο άλλες εποχές και θανάτους που γεμίσανε σωθικά, σάπια έντερα κουφαριών που τα πάτησαν ράγες και τα αποχαιρέτησαν τρένα που χαρίσανε μόνο λυπημένο φύσημα αέρα, αβυσσαλέα και πεινασμένα κενά. Δίπλα μέταλλα τρίζουν και σύρονται μεταξύ τους, για να διαπεράσουν με τις κραυγές τους ό,τι δεν διαπέρασαν τα πύρακτωμένα ξύλα αφήνοντας τα τρυπημένα να σφαδάζουν, ανύποπτα για τα γεγονότα, την αλήθεια, την πλάγια πτώση, την άσχημη ανίερη αιώρηση, την λάθος βαρυτική έλξη, την λεωφόρο με τις σειρήνες, τα ηλεκτρονικά διαστρεβλωμένα ξεσπάσματα μιας ατμόσφαιρας που έχει γίνει ανυπόφορα φορτισμένη απο εικόνες, μηχανικούς ταλαντισμούς και σπινθήρες (αγωγών).
Ανύποπτα για την αλήθεια που τους τρίβει στην μούρη το παρόν.
Κλείνω τα μάτια μου σφιχτά.
Τα ξανανοίγω με φόρα.
Βλέπω καλύτερα.
Μου φαίνεται οτι αραίωσε λίγη ομίχλη, καθάρισε το νερό που αιωρούμαι. Νομίζω τελικά πως πιο καθαρή δεν είναι παρά η συνείδηση της ανιδεότητάς μου.
(*Ποτέ δεν σβήνουν οριστικά. Σιγοκαίνε σε μπορεί και μήπως, σε φόβους και γλώσσες που γλύφουν ανατριχιαστικά και δηλητηριασμένα, και όλοι εμείς οι τυφλοί χορεύουμε στα κάρβουνα ενώ οι λύκοι γύρω βλέπουν και γελούν ουρλιάζοντας μανιασμένα)
Ανασαίνω βαριά, και μου έρχεται να βυθίσω τα χέρια στην πλάτη μου και να ανοίξω το δέρμα μου στα δύο και να φανερώσω ό,τι είναι απο κάτω, να το αγγίξω και να το απογυμνώσω απο την κάλυψη του καμπυλωμένου και σιωπηλού σώματός μου. Οι πιο φάλτσες και λάθος μελωδίες γεμίζουν τον αέρα που καταναλώνω, απλώνοντας αναθυμιάσεις. Ψεύτες μου επαναλαμβάνουν χωρίς σταματημό δηλητηριώδεις υπενθυμίσεις μέσα απο φρενήρεις αρθρώσεις, άρθρα και συριγμούς.
Τα σταματημένα μου αντίο επιταχύνουν μετά απο πολύ καιρό και κάνουν λανθάνουσα πορεία σε χλωμές νύχτες απο λιωμένο σίδερο που έκαψε χωράφια και σάρκα στο πέρασμά του. Ορυχεία φυλάνε τα άσπρα μου μυστικά και λουλούδια ανθισμένα ανάμεσα απο κλωστές και απαλά υφάσματα (βελούδο) που μιλάνε ανύψωση και αρχέγονα σχήματα αφύπνισης.
Ανοίγω τα μάτια μου αλλά βρίσκομαι για λίγο ακόμα στον εφιάλτη. Λυγμοί μέσα απο τα βαθύτερα τρύπια στέρνα που καπνίζουν ακόμα απο άλλες εποχές και θανάτους που γεμίσανε σωθικά, σάπια έντερα κουφαριών που τα πάτησαν ράγες και τα αποχαιρέτησαν τρένα που χαρίσανε μόνο λυπημένο φύσημα αέρα, αβυσσαλέα και πεινασμένα κενά. Δίπλα μέταλλα τρίζουν και σύρονται μεταξύ τους, για να διαπεράσουν με τις κραυγές τους ό,τι δεν διαπέρασαν τα πύρακτωμένα ξύλα αφήνοντας τα τρυπημένα να σφαδάζουν, ανύποπτα για τα γεγονότα, την αλήθεια, την πλάγια πτώση, την άσχημη ανίερη αιώρηση, την λάθος βαρυτική έλξη, την λεωφόρο με τις σειρήνες, τα ηλεκτρονικά διαστρεβλωμένα ξεσπάσματα μιας ατμόσφαιρας που έχει γίνει ανυπόφορα φορτισμένη απο εικόνες, μηχανικούς ταλαντισμούς και σπινθήρες (αγωγών).
Ανύποπτα για την αλήθεια που τους τρίβει στην μούρη το παρόν.
Κλείνω τα μάτια μου σφιχτά.
Τα ξανανοίγω με φόρα.
Βλέπω καλύτερα.
Μου φαίνεται οτι αραίωσε λίγη ομίχλη, καθάρισε το νερό που αιωρούμαι. Νομίζω τελικά πως πιο καθαρή δεν είναι παρά η συνείδηση της ανιδεότητάς μου.
Tuesday, January 20, 2009
He has Left us Alone but Sometimes, Shafts of Light Still Grace the Corners of our Rooms
(μετάφραση απο: Porcupine Tree - Collapse The Light Into Earth)
Τόσες πολλές λέξεις δεν χωράνε μέσα σε μια παλιά ντουλάπα που βρίσκεσαι εσύ, τα παιδικά μου παιχνίδια, τα πιο όμορφα σκεπάσματα που φοράω όταν κοιμάμαι στον ύπνο μου, λίγα ασπρισμένα χρώματα απο φωτογραφίες και κουτιά με πολλά όνειρα και τρύπες για να αναπνέουν, αδύναμα και νωχελικά. Δεν θα κουνήσω την αργή μου μοίρα για το καλύτερο αύριο, ούτε θα αφήσω την λατρεία του χρόνου να με αφήσει αμίλητο, ακίνητο, βαλσαμωμένο. Και οι διαθλάσεις απο ό,τι ποτέ θέλησα, θα με αφήσουν ήσυχο, ήρεμο. Γεμάτο γαλήνη.
Λίγες σταγόνες ήλιου θα διαπεράσουν σύννεφα στον ουρανό και αφήνοντας πίσω τα ίχνη τους θα ζεστάνουν ελαφρά το πρόσωπό μου, και τον υγρό άδειο δρόμο, ο οποίος ξεχύνεται με όλη την αγάπη που αναπνέουν αυτά - εκεί θα ζητήσω και εγώ την πιο κρυφή μου χάρη και θα την κρατήσω στην αγκαλιά μου μέχρι να ξαναγίνει μέρα και δροσερό πρωινό.
Ίσως να ψάξω για κάποια περίεργη λύτρωση απο το σφίξιμο στην καρδιά που μου προκαλεί η ιερή μελαγχολία της περιπλάνησής μου. Και ίσως περιμένω την άνοιξη, ίσως και όχι, ίσως το φώς να μου γεμίσει την καρδιά και να περπατήσω πάνω σε μικρές, απίστευτα μικρές αμμώδεις αναμνήσεις που συμπυκνώνουν ήλιο, κόκκινα λουλούδια, μώβ απογεύματα, νωχελικά σωματίδια που δεν βιάζονται να φτάσουν στον χαοτικό προορισμό τους.... Και την ταχύτητα των σκέψεων, του δρόμου, του fade out, του φιλιού, του περπατήματος, της εισπνοής, της φωτισμένης ομίχλης, των αλλαγών των εικόνων, και ολοένα και ανεβάζω ταχύτητα προσπαθώντας να προλάβω το τίποτα, το άγνωστο, την χαρά και το γέλιο μου, και σχεδόν σκοντάφτοντας, γλιστρώντας, τρεκλίζοντας απο το τρέξιμο τα κυνηγάω, με κλειστά μάτια, ένα χαμόγελο στην ψυχή μου και την νύχτα της λύπης πίσω μου.
Δεν ψήνομαι να με προφτάσει ξανά.

Monday, January 12, 2009
Remembrance
Τους Berg Sans Nipple τους πρωτοσυνάντησα σαν support στην όνειρο-που-βγήκε-αληθινό συναυλία των Cinematic Orchestra. Και τελικά κατέληξαν να είναι το καλύτερο σημείο της βραδιάς. Χωρίς σχεδόν κανείς στη αίθουσα του Gagarin να ήξερε έστω ένα κομμάτι τους, με το που γύριζε ο ένας εκ των δύο (!) αφήνοντας τα samples για να παίξει drums, απλά όλη η αίθουσα κουνιόταν στα grooves που έφτιαχνε.
Δεν ξέρω πώς έγινε να κάνω μέσω της μετάφρασης του κομματιού σύνδεση με την Ανάμνηση και να την περιγράψω τόσο ακριβώς για μένα με τόσο λίγα λόγια. Δεν θα αναλωθώ σε λεπτομέρειες, θα πώ μόνο οτι είχε να κάνει με το απίστευτο καλοκαίρι και την Biennial του 2007 (και όμως, κοντεύουν 2 χρόνια. απίστευτο.), και συγκεκριμένα με ένα "δωμάτιο" (ανοιχτός χώρος ήταν) που λειτουργούσε σαν έκθεμα. Ήταν απο τα πιο απίστευτα πράγματα που έχω βιώσει ποτέ μου. Και νομίζω και όσοι ήταν μαζί εκείνη την μέρα.
Όπως και την προηγούμενη φορά, το κείμενο βασίζεται στο κομμάτι.
->Berg Sans Nipple - A New Soul
->Alternate Youtube Link
(το κομμάτι ξεκινάει στο 0.47 στο 'tube, πολύ καλό video παρεπιπτόντως.)
Ανάμνηση.

Ένα παλιό υπόστεγο ήταν η αφορμή να τελειώσει το παιδικό, ημι-εφηβικό πάρτυ με τα ξεχασμένα και ξεφτισμένα μπαλόνια, κομφετί και χρώματα. Περπατώ παρατηρώντας τις αφίσες που χαμένες στον χρόνο, σαν ξεβαμμένα μωσαϊκά στέκουν αλωνίζοντας τις ψυχές και τις σημειολογίες όσων τις κοιτάνε. Πήρα μια καρέκλα απο τον κεντρικό πύργο των παρατημένων αντικειμένων και κάθησα να αγναντεύσω τον θάμνο που είχαν πέσει τα κόκκινα φώτα, ποιός ξέρει για ποιόν λόγο ή συμβολισμό. Ξεκίνησα να μιλάω ακατάπαυστα, ρευστά, άρρηκτα συνδεδεμένα με τίποτα απολύτως, ίσως μόνο το φεγγάρι που έβλεπα πάνω απο το κεφάλι μου μέσα στην σκοτεινίλα του ουρανού της Αθήνας.
Μερικές γραμμές πιάνου που ρέμβαζαν πέρασαν αριστερά και δεξιά μου ζητώντας συγνώμη για τον ήχο που κάνουν οι μάγισσες όταν καίγεται η σάρκα τους. Κακό χιούμορ, ίσως.
Κάποιος μεθυσμένος παραληρούσε, αμφιβάλλω πως πιο έντονα απο μένα.
Και η ξεχασμένη γραμμή ανάμεσα στο πέρασμα -της φωνής και της ηλικίας- δεν λέει να σβήσει και θα χωρίζει για πάντα σε δύο αταίριαστα, διαιρεμένα κύματα πράξεων τα χρόνια με σκοπό μόνο αβέβαιο, άρρωστο, αφελές, αδιαίρετο μέλλον.
Δεν ξέρω πώς έγινε να κάνω μέσω της μετάφρασης του κομματιού σύνδεση με την Ανάμνηση και να την περιγράψω τόσο ακριβώς για μένα με τόσο λίγα λόγια. Δεν θα αναλωθώ σε λεπτομέρειες, θα πώ μόνο οτι είχε να κάνει με το απίστευτο καλοκαίρι και την Biennial του 2007 (και όμως, κοντεύουν 2 χρόνια. απίστευτο.), και συγκεκριμένα με ένα "δωμάτιο" (ανοιχτός χώρος ήταν) που λειτουργούσε σαν έκθεμα. Ήταν απο τα πιο απίστευτα πράγματα που έχω βιώσει ποτέ μου. Και νομίζω και όσοι ήταν μαζί εκείνη την μέρα.
Όπως και την προηγούμενη φορά, το κείμενο βασίζεται στο κομμάτι.
->Berg Sans Nipple - A New Soul
->Alternate Youtube Link
(το κομμάτι ξεκινάει στο 0.47 στο 'tube, πολύ καλό video παρεπιπτόντως.)
Ανάμνηση.

Ένα παλιό υπόστεγο ήταν η αφορμή να τελειώσει το παιδικό, ημι-εφηβικό πάρτυ με τα ξεχασμένα και ξεφτισμένα μπαλόνια, κομφετί και χρώματα. Περπατώ παρατηρώντας τις αφίσες που χαμένες στον χρόνο, σαν ξεβαμμένα μωσαϊκά στέκουν αλωνίζοντας τις ψυχές και τις σημειολογίες όσων τις κοιτάνε. Πήρα μια καρέκλα απο τον κεντρικό πύργο των παρατημένων αντικειμένων και κάθησα να αγναντεύσω τον θάμνο που είχαν πέσει τα κόκκινα φώτα, ποιός ξέρει για ποιόν λόγο ή συμβολισμό. Ξεκίνησα να μιλάω ακατάπαυστα, ρευστά, άρρηκτα συνδεδεμένα με τίποτα απολύτως, ίσως μόνο το φεγγάρι που έβλεπα πάνω απο το κεφάλι μου μέσα στην σκοτεινίλα του ουρανού της Αθήνας.
Μερικές γραμμές πιάνου που ρέμβαζαν πέρασαν αριστερά και δεξιά μου ζητώντας συγνώμη για τον ήχο που κάνουν οι μάγισσες όταν καίγεται η σάρκα τους. Κακό χιούμορ, ίσως.
Κάποιος μεθυσμένος παραληρούσε, αμφιβάλλω πως πιο έντονα απο μένα.
Και η ξεχασμένη γραμμή ανάμεσα στο πέρασμα -της φωνής και της ηλικίας- δεν λέει να σβήσει και θα χωρίζει για πάντα σε δύο αταίριαστα, διαιρεμένα κύματα πράξεων τα χρόνια με σκοπό μόνο αβέβαιο, άρρωστο, αφελές, αδιαίρετο μέλλον.
Subscribe to:
Posts (Atom)